About the origin of the Logos concept / Περί της προέλευσης της έννοιας του Λόγου

The theory of a divine Word that was creative was actually developed well before the author of the fourth Gospel wrote. This can be seen in the ancient targum, or paraphrase of Genesis, Neophyti I, Palestinian Targum Manuscript in the Vatican Library, published in Madrid-Barcelona by Alejandro Diez Macho in 1968. Everywhere that the text of Genesis had “God,” in Hebrew Elohim, this targum had “the Word of God,” in Aramaic memra, which was the translation of the Hebrew dabar.

This Hebrew word dabar was translated into Greek sometimes by logos and sometimes by rema–another example of the double translation we have already examined.

The one responsible for the Greek version of the fourth Gospel, of course, translated the Hebrew dabar with the Greek logos. There has been an enormous amount of useless speculation over this word logos. The influence of Greek philosophy on the composition of the fourth Gospel has been discerned in it; the influence of Philo and indeed that of Neo-Platonism have been among the influences cited. This kind of supposed influence has been one of the principal arguments for assigning a date as late as the second century for the composition of this Gospel. It would have been much simpler all around if it had only been realized that logos was a simple translation of the Hebrew dabar.

Claude Tresmontant, The Hebrew Christ, σελ. 217.

Advertisements

“Misquoting Jesus”. Really? A refutation to Bart Erhman. / “Διαστρεβλώνοντας τα λόγια του Ιησού”. Πράγματι; Μια απάντηση στον Bart Erhman.

Bart Ehrman is a renown New Testament scholar. Many people quote his books in order to back their statements up, that the Gospel narratives, and the New Testament in general, is nothing more than human stories full of mistakes, contradictions and inconsistencies. Some of my blog readers too, have “informed” me that he is a scholar that doubts the reliability of the gospels (see e.g. the comments under my post entitled “How much force does the statement of the atheist that “there is no God” have?”).

So, the time has come for a critical evaluation of Bart Erhman’s scholarship. How valid are his arguments?

The following excerpt is from the new book entitled The Popular Handbook of Archaeology and the Bible: Discoveries That Confirm the Reliability of Scripture, by Joseph M. Holden and Norman Geisler to whom I am indebted.

A second critical post about Bart Erhman will soon follow. That too, will be based upon this great book.

Ο Bart Ehrman είναι ένας φημισμένος λόγιος της Καινής Διαθήκη. Πολλοί άνθρωποι αναφέρουν τα βιβλία του, με σκοπό  να υποστηρίξουν τις δηλώσεις τους, ότι οι Ευαγγελικές αφηγήσεις, και η Καινή Διαθήκη γενικότερα, δεν είναι τίποτα περισσότερο από ανθρώπινες ιστορίες γεμάτες αντιφάσεις, λάθη και αντιφάσεις. Μερικοί από τους αναγνώστες του blog μου επίσης, με έχουν «ενημερώσει» ότι αυτός είναι ένας λόγιος που αμφισβητεί την αξιοπιστία των Ευαγγελίων (βλέπε για παράδειγμα τα σχόλια κάτω από την ανάρτησή μου με τίτλο “Πόση ισχύ έχει η δήλωση ενός άθεου «δεν υπάρχει Θεός»;“).

Έτσι, έχει έρθει η ώρα για μια κριτική αξιολόγηση της λογιότητας του Bart Erhman. Πόσο έγκυρα είναι τα επιχειρήματά του;

Το παρακάτω απόσπασμα είναι από το νέο βιβλίο με τίτλο The Popular Handbook of Archaeology and the Bible: Discoveries That Confirm the Reliability of Scripture, από τον Joseph M. Holden και τον Norman Geisler στους οποίους είμαι υπόχρεος.

Θα ακολουθήσει σύντομα μια δεύτερη ανάρτηση για τον Bart Erhman. Και αυτή θα βασίζεται σε αυτό το εξαιρετικό βιβλίο.

The most current attacks on the reliability of the New Testament have come almost entirely from one person, renowned New Testament scholar Bart Ehrman. Ehrman has argued against the reliability of the New Testament from just about every angle in a series of recent books. The next two chapters will be devoted to engaging his most significant claims.

Contradictions in the Gospels?

Numerous liberal scholars throughout the history of biblical interpretation have sought to identify contradictions within the Bible. Many of these attempts can be regarded as popular-level propaganda pumped out by atheist and skeptic organizations, and most of them do not deserve serious consideration.

Recently, however, Bart Ehrman has been responsible for several New York Times bestsellers and so is worthy of a lengthy response here. Unlike many critics who find conspiracies involving the Bible and who do not warrant much attention due to their lack of credentials and poor research (such as Dan Brown), Bart Ehrman is a fine historian who is widely respected within his field of biblical scholarship. While other interpret-m may propose similar kinds of things, Ehrman has been the most influential, consistent, and thorough in these allegations so we will engage the form of the arguments found in his works.

Continue reading

About the supposed controversy between Paul and James about faith vs works (James 2:20-23) / Περί της υποτιθέμενης διαμάχης Ιακώβου–Παύλου περί πίστης–έργων (Ιακ. 2:20-23)

The attitude to the law in the epistle is not, it is said, that which fits the position of James. If by this position is meant the legalistic attitude adopted by Paul’s Judaizing opponents, then even at the height of the controversy there is nothing in Paul or Acts to identify James with it. In Galatians Paul distinguishes the attitude of James himself (2:9) from that of ‘certain persons … from James’ (2:12). In Acts too it is made clear that James is no Judaizer (15:13-21), and he decisively dissociates himself from ‘some of our number’ who speak ‘without any instructions from us’ (15:24). Later also James welcomes the news of Paul’s missionary activity and seeks to disarm the misrepresentation of him by his own more zealous adherents (21:18-26).

If, on the other hand, the point of the critics is that ‘keeping the law’ means for James observing its ritual requirements (as in Acts 21:24), then, to be sure, the emphasis in the epistle is very different. For there the stress is entirely on moral righteousness. If the epistle is set in the context of the controversy described in Acts and Galatians and its crucial passage, 2:18-26, is viewed as James’ answer to Paul, then indeed we are dealing not only with quite a different concept of faith but with quite a different understanding of law and works. However, if we set it not against the debate over the admission of Gentiles to the church but against the kind of Jewish formalism condemned by Jesus, then James’ understanding of the law is entirely consistent. So far from its being, as Harnack supposed [Chron., 486.], a notion of law ‘which he has distilled for himself’, his is that inner delight in the perfect law of liberty which inspired Ps. 119 (cf. especially vv. 7, 32, 45) and which Paul himself would have been the first to say was the mark of ‘the true Jew’ (Rom. 2:25-29). Even subsequently circumcision and ritualism were not the heart of the matter for James. When that issue arose, circumcision was waived as a condition of church membership (Acts 15:19, 28), and ritual observance was urged as a matter not of principle but of tact, in a way that Paul himself was perfectly prepared to fall in with (21:21-26). The attitude to the law in the epistle can scarcely therefore be urged as an objection to Jacobean authorship, though it is certainly an argument against placing it in the context of the Judaizing controversy.

Η στάση έναντι του Νόμου στην επιστολή δεν είναι, λέγεται, αυτή που ταιριάζει με τη θέση του Ιακώβου. Εάν με αυτή τη στάση εννοείται η νομικίστικη στάση που υιοθετήθηκε από τους Ιουδαΐζοντες αντιπάλους του Παύλου, τότε ακόμη και στο απόγειο της διαμάχης δεν υπάρχει τίποτα στον Παύλο ή στις Πράξεις με το οποίο μπορούμε να ταυτίσουμε τον Ιάκωβο. Στους Γαλάτες ο Παύλος διαχωρίζει τη στάση του ίδιου του Ιακώβου (2:9) από τη στάση «ορισμένων ατόμων . . . από τον Ιάκωβο» (2:12). Στις Πράξεις επίσης γίνεται ξεκάθαρο ότι ο Ιάκωβος δεν ανήκει στους Ιουδαΐζοντες (15:13-21), και διαχωρίζει αποφασιστικά τον εαυτό του από «ορισμένους από ανάμεσά μας» οι οποίοι μιλούσαν «μολονότι εμείς δεν τους δώσαμε καμιά οδηγία» (15:24). Αργότερα επίσης, ο Ιάκωβος καλωσορίζει τα νέα για την ιεραποστολική δραστηριότητα του Παύλου και επιδιώκει να ξεδιαλύνει τις παρανοήσεις σχετικά με αυτόν από μέρους των πιο ζηλωτών, δικών του υποστηρικτών (21:18-26).

Εάν, από την άλλη μεριά, το σημείο των κριτικών είναι ότι «η τήρηση του Νόμου» για τον Ιάκωβο σημαίνει την τήρηση των τελετουργικών απαιτήσεων (όπως στο Πρξ. 21:24) τότε, ομολογουμένως, η έμφαση της επιστολής είναι τελείως διαφορετική. Διότι η έμφαση τίθεται στην ηθική αρετή. Εάν η επιστολή τίθεται στα πλαίσια της διαμάχης που περιγράφεται στις Πράξεις και στους Γαλάτες και το κρίσιμο απόσπασμα, 2:18-26, ερμηνευτεί ως απάντηση του Ιακώβου στον Παύλο, τότε πράγματι έχουμε να κάνουμε όχι μόνο με μια αρκετά διαφορετική αντίληψη της πίστης αλλά και με μια αρκετά διαφορετική κατανόηση του νόμου και των έργων. Ωστόσο, εάν τη θέσουμε όχι στο πλαίσιο της διαμάχης σχετικά με την είσοδο των Εθνικών στην εκκλησία αλλά στο πλαίσιο του Ιουδαϊκού φορμαλισμού τον οποίο καταδικάζει ο Ιησούς, τότε η κατανόηση του νόμου από τον Ιάκωβο είναι απόλυτα συνεπής. Αντί να αποτελεί, όπως υπέθετε ο Harnack, μια αντίληψη του νόμου «την οποία απέσταξε (distilled) για τον εαυτό του», η αντίληψή του αποτελεί εκείνη την εσωτερική απόλαυση στον τέλειο νόμο της ελευθερίας η οποία ενέπνευσε τον Ψαλμό 119 (δες συγκεκριμένα στίχους 7, 32, 45) και για την οποία ο ίδιος ο Παύλος θα ήταν ο πρώτος που θα έλεγε ότι αποτελεί χαρακτηριστικό του «πραγματικού Ιουδαίου» (Ρωμ. 2:25-29). Ακόμη και μεταγενέστερα η περιτομή και οι τελετουργίες δεν ήταν η καρδιά του ζητήματος για τον Ιάκωβο. Όταν εγέρθηκε αυτό το ζήτημα, η περιτομή παραβλέφτηκε ως απαίτηση για να γίνει κάποιος μέλος της εκκλησίας (Πρξ. 15:19, 28), και η τελετουργική τήρηση παροτρύνθηκε ως ζήτημα όχι εντολής αλλά λεπτότητας (τακτ), με τρόπο που ο ίδιος ο Παύλος ήταν πλήρως προετοιμασμένος να συνταχθεί (21:21-26). Η στάση προς το νόμο στην επιστολή συνεπώς, μετά βίας μπορεί να προωθηθεί ως ένσταση στην συγγραφή από τον Ιάκωβο, παρότι αποτελεί σίγουρα ένα επιχείρημα ενάντια στην τοποθέτησή της στο πλαίσιο της Ιουδαΐζουσας διαμάχης.

 John Α. Τ. Robinson, Redating the New Testament, 128ff.

How possible is it to overlook the prophetic movement that permeated ancient Israel and the Old Testament? / Είναι δυνατόν να παραβλέψουμε το προφητικό κίνημα που διαπότισε τον αρχαίο Ισραήλ και την Παλαιά Διαθήκη;

Many people, mostly atheists, deny the prophesies of the Bible. There are many arguments supporting the reality of the prophesies, amply presented by many able men. I will add one more, in the words of the illustrious Robert Dick Wilson. He writes:

Those who would adequately explain the prophetic movement must ac­count for at least three factors.

  1. The psychological fact of the prophets’ con­viction that Cod had actually spoken to them;
  2. the continuity of the move­ment, consisting of men who lived over a period of several hundred years, all believing that God had spoken to them and,
  3. the teleological trend of the predictions (Messianic prophecy).

In all the nations of antiquity there is no real parallel to the prophetic movement (This last statement is corroborated by Professor R. K Harison who states: …the messianic concept of the Hebrews… has no proper counterpart in ancient Near Eastern culture. R. K. Harrison, Introduction to the Old Testament, p. 480).

***

In other words, if we accept that these men were mentally ill, we have to face a very bizarre fact. That the Hebrews and only them, produced mentally ill men, for a very long time, with the one and same conviction (that they were God’s spokesmen), and all of them proclaimed the same message.

That “fact” demands a lot of faith to believe it… Therefore, atheists are far from unbelievers…

Πολλοί άνθρωποι, κυρίως αθεϊστές, αρνούνται τις προφητείες της Βίβλου. Υπάρχουν πολλά επιχειρήματα που υποστηρίζουν την πραγματικότητα των προφητειών, που έχουν παρουσιαστεί επαρκέστατα από πολλούς ικανούς ανθρώπους. Θα προσθέσω ένα ακόμη, με τα λόγια του επιφανούς Robert Dick Wilson. Γράφει:

Οποιοσδήποτε εξηγήσει ικανοποιητικά το προφητικό κίνημα, θα πρέπει να εξηγήσει τουλάχιστον τρεις παράγοντες.

  1. Tο ψυχολογικό δεδομένο της πεποίθησης των προφητών ότι ο Θεός πράγματι τους μίλησε·
  2. τη συνέχεια του κινήματος, το οποίο αποτελούνταν από ανθρώπους οι οποίοι έζησαν κατά τη διάρκεια μιας περιόδου εκατοντάδων ετών, πιστεύοντας όλοι τους ότι ο Θεός τους μίλησε και,
  3. την τελεολογική ροπή των προβλέψεων (Μεσσιανική προφητεία).

Μεταξύ όλων των εθνών της αρχαιότητας, δεν υπάρχει πραγματικό παράλληλο του προφητικού κινήματος (Αυτή η τελευταία πρόταση επιβεβαιώνεται από τον καθηγητή R. K Harison ο οποίος γράφει: …η μεσσιανική αντίληψη των Εβραίων… δεν έχει αντίστοιχο στον πολιτισμό της αρχαίας Εγγύς ΑνατολήςR. K. Harrison, Introduction to the Old Testament, σελ. 480).

***

Με άλλα λόγια, αν δεχτούμε ότι αυτοί οι άνθρωποι ήταν πνευματικά άρρωστοι, ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα πολύ περίεργο γεγονός. Ότι οι Εβραίοι και μόνο αυτοί, παρήγαγαν πνευματικά άρρωστους ανθρώπους, με την αυτή πεποίθηση (ότι ήταν αντιπρόσωποι του Θεού), και όλοι τους μετέδιδαν το ίδιο άγγελμα.

Αυτό το «γεγονός» απαιτεί πολύ πίστη για να το πιστέψεις… Συνεπώς, οι άθεοι σίγουρα δεν είναι άπιστοι…

Robert Dick Wilson, A Scientific Investigation of the Old Testament, σελ. 160.