About christian love / Περί χριστιανικής αγάπης

Commenting on Galatians 6:1, 2, (NAB) which says, “my brothers, if someone is detected in sin, you who live by the spirit should gently set him right, each of you trying to avoid falling into temptation himself. Help carry one another’s burdens; in that way you will fulfill the law of Christ”, John R. W. Stott writes:

It is very impressive that to ‘love one another,’ ‘bear one another’s burdens’ and ‘fulfill the law’ are three equivalent expressions. It shows that to love one another as Christ loved us may lead us not to some heroic, spectacular deed of self-sacrifice, but to the much more mundane and unspectacular ministry of burden-bearing. When we see a woman, or a child, or an elderly person carrying a heavy case, do we not offer to carry it for them? So when we see somebody with a heavy burden on his heart or mind, we must be ready to get alongside him and share his burden. Similarly, we must be humble enough to let others share ours. To be a burden-bearer is a great ministry. It is something that every Christian should and can do. It is a natural consequence of walking by the Spirit. It fulfills the law of Christ.

John R. W. Stott, Only One Way: The Message of Galatians, pages 158, 159

(Updated) About the ekklesia / Περί της εκκλησίας

Στὸ βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως πολὺς λόγος γίνεται γιὰ μία ἐξαίσια γυναῖκα, ποὺ ἔνδυμά της ἔχει τὸν ἥλιο, ὑποπόδιο τὴ σελήνη καὶ τὴν κεφαλή της στεφανώνουν δώδεκα ἀστέρια. Ποιά εἶνε ἡ γυναίκα αὐτή, ποὺ ἐμφανίζεται ὡς «σημεῖον μέγα» (Ἀπ. 12,1); Ἡ γυναίκα αὐτὴ εἰκονίζει τὴν Ἐκκλησία. Ἥλιος της εἶνε ὁ Χριστὸς καὶ ἀστέρια της οἱ δώδεκα ἀπόστολοι καὶ οἱ διάδοχοί τους ἅγιοι πατέρες καὶ διδάσκαλοι. Κάτω ἀπ᾽ τὸ φῶς τους ζῇ, κινεῖται, ἐλέγχει, πολεμᾷ, νικᾷ, καταπατεῖ τὶς πλάνες καὶ αἱρέσεις, τὴν ἐξουσία τοῦ σκότους, καὶ λαλεῖ μὲ παρρησία τὴν ἀλήθεια ἐνώπιον ἀρχῶν καὶ ἐξουσιῶν τοῦ κόσμου. Αὐτὴ εἶνε ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἡ ἡλιοστόλιστη καὶ ἀστεροστεφανωμένη γυναίκα τῆς Ἀποκαλύψεως, ποὺ εἶνε «ὅλη καλὴ καὶ μῶμος οὐκ ἔστιν ἐν αὐτῇ» (ᾎσμ. 4,7).

Ἀλλὰ ἡ γυναίκα αὐτή, ποὺ γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Ἰησοῦ ὑπέστη δοκιμασίες καὶ βαπτίστηκε σὲ λίμνη δακρύων καὶ αἵματος, αὐτὴ ποὺ ἕναν ἔρωτα ἤξερε, τὸν θεῖο ἔρωτα πρὸς τὸν Νυμφίο Χριστό, ξαφνικὰ ἀφήνει τὴν πρώτη της ἀγάπη,
ἐρωτοτροπεῖ μὲ τὸν κόσμο, ἔρχεται σὲ ἔνοχη ἐπαφὴ καὶ στενὴ σχέσι μὲ τὰ κοσμικὰ συστήματα, κολακεύει καὶ κολακεύεται ἀπ᾽ αὐτά, δέχεται χάδια καὶ ἐπιρροές τους, καὶ νά τώρα αὐτή, ποὺ πετοῦσε ἄπιαστη πάνω στὰ φτερὰ τοῦ μεγάλου ἀετοῦ, συλλαμβάνεται, αἰχμαλωτίζεται καὶ τὴν καθίζουν πάνω στὴ ῥάχη ἑνὸς ἀπαισίου τέρατος, ποὺ τὴν σέρνει καὶ τὴν ὁδηγεῖ ὅπου αὐτὸ θέλει. Ἀλλοίμονο! Ὅσο λαμπρὸ ἦταν τὸ πρῶτο θέαμα τῆς ἐλευθέρας Ἐκκλησίας, τόσο οἰκτρὸ εἶνε τὸ δεύτερο θέαμα τῆς δούλης Ἐκκλησίας. «Καὶ εἶδον γυναῖκα καθημένην ἐπὶ τὸ θηρίον τὸ κόκκινον, γέμον ὀνόματα βλασφημίας, ἔχον κεφαλὰς ἑπτὰ καὶ κέρατα δέκα» (Ἀπ. 17,3).

Διότι ποιά εἶνε αὐτὴ ποὺ κάθεται πάνω στὸ κόκκινο θηρίο; Ἂν τὸ θηρίο εἰκονίζῃ τὴν ἀντίθεη κοσμικὴ ἐξουσία, ἡ ὁποία διὰ μέσου τῶν αἰώνων βλαστάνει συνεχῶς κεφάλια καὶ κέρατα ποὺ χτυποῦν τὸν Χριστιανισμό, τότε
ἡ γυναίκα ποὺ κάθεται πάνω του δὲν εἶνε ἄλλη παρὰ ἡ ἐκκλησία ἐκείνη πού, γιὰ ν᾽ἀποφεύγῃ ἐνοχλήσεις καὶ ν᾽ἀπολαμβάνῃ ἐγκόσμια ἀγαθά, προτίμησε, αὐτὴ ἡ κυρία, νὰ συζευχθῇ καὶ νὰ ἑνώσῃ τὴν τύχη της μὲ τὸ θηρίο. Τί ἀλλόκοτο θέαμα, γυναίκα καὶ θηρίο, μόσχος καὶ ὄνος κάτω ἀπ᾽ τὸν ἴδιο ζυγό!

Ἀλλὰ ἡ ἐκκλησία αὐτὴ ἀπὸ τούτη τὴ συμμαχία μὲ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου ἔχασε τὴν ἐλευθερία της, τὴν αὐτονομία καὶ αὐτοτέλειά της. Κάθισε μὲν ἀπολαυστικὰ καὶ λικνίσθηκε πάνω στὴ ῥάχη τοῦ θηρίου, ἀλλά, ἐπειδὴ δὲν μπορεῖ νὰ τὸ κυβερνᾷ, τὴν κυβερνᾷ αὐτό, καὶ περιφέρεται στοὺς δρόμους τοῦ κόσμου σὰν μία μισθωτὴ πόρνη, θρησκευτικὴ πόρνη, ποὺ ἐμπορεύεται τὸν Χριστό· ἀναγκάζεται νὰ κερνᾷ τὰ πλήθη ἀπὸ τὸ χρυσὸ ποτήρι ποὺ τῆς ἔδωσαν, κερνᾷ ὄχι τὸν καθαρὸ οἶνο τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἀλλὰ κρασὶ νοθευμένο, διδάγματα διαφορετικά, ξένα πρὸς τὸ γνήσιο πνεῦμα τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ὤ συμφορά! ἡ ἐλευθέρα κατήντησε δούλη, ποὺ τὴ βλέπουν οἱ ἄθεοι καὶ γελοῦν. Αὐτὴ εἶνε ἡ ἐκκλησία ποὺ ἐκκοσμικεύθηκε καὶ κρατικοποιήθηκε.

(Τα έντονα γράμματα δικά μου).

Αυγουστίνος Καντιώτης, Ἐλευθέρα καὶ ζῶσα Ἐκκλησία, σελ. 201 επ.


Most religions today, seek to superimpose the idea of “organization” or “denomination,” with an accompanying authority structure, to the word ekklesia (gr. εκκλησία), as necessary to validate any gathering as a “real” Christian congregation (and, unfortunately, most people today, have accepted and espoused such a view). The Scriptural message does not support them, though, neither does Christ’s promise “οὗ γάρ εἰσιν δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν” (Mat. 18:20). The sole validation a Christian gathering needs, for it to be an ekklesia, is the presence of God’s Son, the Head of the congregation. None else.

In accordance to the above Emil Brünner writes:

Where the Word of God is preached and believed, where two or three meet in the name of Christ, there is the Church. Whatever else may be said about the Church, this is fundamental. This statement has never—not even at the present day—been understood in all its revolutionary power. The meeting of two or three must be recognized to be the Church in however imperfect a form. When a father gathers his household round him to expound the Gospel to them in his humble simple way, or where a layman, out of a full heart, proclaims the word of God to a group of young people, there is the Church. Whoever departs from this rule, whoever thinks that something else has to be added to make this a real Church, has misunderstood the meaning of the very heart of the evangelical Faith.

Emil Brünner, The Divine Imperative: A Study in Christian Ethics, p. 529.

ΥΓ: Αυτή η ανάρτηση, επίσης προέκυψε από τα σχόλια του αγαπητού Ιωάννη, ο οποίος στα σχόλιά του στην ανάρτηση About (claimed) apostolic succession, κάνει λόγο για την Εκκλησία πολλάκις.