About the amino acids of Stanley Miller’s experiment / Περί των αμινοξέων στο πείραμα του Stanley Miller

Jonathan Wells about the Miller experiment:

Obviously, the significance of Miller’s experiment—which to this day is still featured in many biology textbooks—hinges on whether he used an atmosphere that accurately simulated the environment of the early earth. At the time, Miller was relying heavily on the atmos­pheric theories of his doctoral advisor, Nobel laureate Harold Urey.

“What’s the best scientific assessment today?” I asked Wells. “Did Miller use the correct atmosphere or not?”

Wells leaned back in his chair. “Well, nobody knows for sure what the early atmosphere was like, but the consensus is that the atmos­phere was not at all like the one Miller used,” he began.

“Miller chose a hydrogen-rich mixture of methane, ammonia, and water vapor, which was consistent with what many scientists thought back then. But scientists don’t believe that anymore. As a geophysi­cist with the Carnegie Institution said in the 1960s, ‘What is the evi­dence for a primitive methane-ammonia atmosphere on earth? The answer is that there is no evidence for it, but much against it.

“By the mid-1970s, Belgian biochemist Marcel Florkin was declaring that the concept behind Miller’s theory of the early atmos­phere ‘has been abandoned.’  Two of the leading origin-of-life researchers, Klaus Dose and Sidney Fox, confirmed that Miller had used the wrong gas mixture. And Science magazine said in 1995 that experts now dismiss Miller’s experiment because ‘the early atmos­phere looked nothing like the Miller-Urey simulation.’”

I asked, “What’s the current thinking of scientists concerning the gas content of the early earth?”

“The best hypothesis now is that there was very little hydrogen in the atmosphere because it would have escaped into space. Instead, the atmosphere probably consisted of carbon dioxide, nitrogen, and water vapor,” Wells said. “So my gripe is that textbooks still present the Miller experiment as though it reflected the earth’s early environment, when most geochemists since the 1960s would say it was totally unlike Miller’s.”

I asked the next logical question: “What happens if you replay the experiment using an accurate atmosphere?

“I’ ll tell you this: you do not get amino acids, that’s for sure,” he replied. “Some textbooks fudge by saying, well, even if you use a real­istic atmosphere, you still get organic molecules, as if that solves the problem.”

Actually, that sounded promising. “Organic molecules?” I said. I’ m not a biochemist, but couldn’t those be precursors to life?”

Wells recoiled. “That’s what they sound like, but do you know what they are? Formaldehyde! Cyanide!” he declared, his voice ris­ing for emphasis. “They may be organic molecules, but in my lab at Berkeley you couldn’t even have a capped bottle of formaldehyde in the room, because the stuff is so toxic. You open the bottle and it fries proteins all over the place, just from the fumes. It kills embryos. The idea that using a realistic atmosphere gets you the first step in the origin of life is just laughable.

“Now, it’s true that a good organic chemist can turn formaldehyde and cyanide into biological molecules. But to suggest that formaldehyde and cyanide give you the right substrate for the origin of life,” he said, breaking into a chuckle, “Well, it’s a joke.”

He let the point sink in before delivering the clincher. “Do you know what you get?” he asked. “Embalming fluid!”

Lee Strobel, The case for a Creator, p. 37, 38.


Όπως υπέδειξε ο F. Cendrangolo τα βακτήρια που διείσδυσαν στο απροστάτευτο σύστημα του Stanley Miller μπορεί να ήταν η πηγή των αμινοξέων που παράχθηκαν στο σύστημα και νομίζει ότι μια επανάληψη είναι απαραίτητη.

A. E. Wilder-Smith, Καταγωγή και προορισμός του ανθρώπου, σελ. 20.

About the “imperfect” human vision / Περί της “ατελούς” ανθρώπινης όρασης

Neo-Darwinism claims that the various organs of organisms have evolved through mutations from lower and earlier structures. Among these naturally, is also the human eye. Indeed, some neo-Darwinists like Richard Dawkins, argue that the human eye and human vision in general, is a very imperfect construction. Let’s see what Dr. George Pavlidis, inventor of the PAVLIDHS METHOD (or eye movement) has to say on the subject. Ο νέο-Δαρβινισμός ισχυρίζεται ότι τα διάφορα όργανα των οργανισμών έχουν εξελιχθεί μέσω μεταλλάξεων από κατώτερες και πιο πρώιμες κατασκευές. Μεταξύ αυτών είναι φυσικά και το ανθρώπινο μάτι. Μάλιστα, ορισμένοι νέο-δαρβινιστές όπως ο Ρίτσαρντ Ντόκινς, ισχυρίζονται ότι το ανθρώπινο μάτι και η ανθρώπινη όραση εν γένει, είναι μια πολύ ατελής κατασκευή. Ας δούμε τι έχει να μας πει ο Δρ. Γεώργιος Παυλίδης, εφευρέτης του ΤΕΣΤ ΠΑΥΛΙΔΗΣ (ή οφθαλμοκίνησης) περί του ανθρώπινου ματιού.

What is the Pavlidis Method?

Every human brain has 12 cranial nerves. One of the 12 is the one that gets information from the back of our eye and goes to the brain, which gives commands. The vision provides 85% of the information in the brain. Therefore, god or the creator has made a fair allocation and gave to vision the best cranial nerve as far as quality is concerned. Moreover He gave to the  movement of the eye 3 of the 12 cranial nerves. Therefore, the eye movements may play a vital role, as they have 3 of the 12 cranial nerves. For example, Hopkins, who is experiencing the absolute paralysis, can only move his eyes and through them can communicate.

Tι είναι η οφθαλμοκίνηση;

Κάθε ανθρωπινός εγκέφαλος έχει 12 κρανιακά νεύρα. Ένα από τα 12 είναι εκείνο που παίρνει την πληροφορία από το πίσω μέρος του ματιού μας και το πάει στον εγκέφαλο, ο οποίος δίνει εντολές. Η όραση δίνει το 85% των πληροφοριών της γνώσης στον εγκέφαλο. Ως εκ τούτου, ο θεός ή ο δημιουργός αξιοκρατικά έκανε την κατανομή κι έδωσε στην όραση το καλύτερα ποιοτικά κρανιακό νεύρο. Παράλληλα έδωσε στην κίνηση του ματιού 3 από τα 12 κρανιακά νεύρα. Συνεπώς η οφθαλμοκίνηση μπορεί να παίζει ζωτικό ρόλο, καθώς διαθέτει 3 από τα 12 κρανιακά νεύρα. Για παράδειγμα, ο Χόπκινς, ο οποίος βιώνει την απόλυτη παραλυσία, κινεί μόνο τα μάτια του και μέσω αυτών μπορεί και επικοινωνεί.


George Pavlidis / Γεώργιος Παυλίδης

ΗΟΤDOC, issue 32, page 57.

How probable is that life originated in outer space? / Πόσο πιθανό είναι η ζωή να προήλθε από το διάστημα;

Question: There have been found fossilized microbes in meteorites that came probably from Mars. Do you think that life has existed beyond our own planet?


Answer: First of all, life itself has not been discovered anywhere outside the Earth. In some ways the most important meteorite has been discovered in Antarctica a few years ago which is supposed to be from Mars. And from the analysis of this meteorite scientific papers have been published claiming that rudimentary microbial life existed inside these fossils. Other scientists though, do not accept this interpretation and so, nothing is proven. Last year a meteorite has been discovered, in which there was water in fossilized crystals. But this attempt to discover rudimentary life in our solar system will continue, and it will always be difficult to prove the existence of life from a meteorite because there is constantly the chance that the meteorite was “infected” from the primitive microbial life on Earth as it fell to it. (Emphasis added)

Ερώτηση: Έχουν βρεθεί απολιθωμένοι μικροοργανισμοί σε μετεωρίτες που πιθανόν προέρχονται από τον Άρη. Εσείς, πιστεύετε ότι έχει συντελεστεί ζωή πέρα απ’ τον δικό μας πλανήτη;


Απάντηση: Καταρχήν, ζωή καθεαυτή δεν έχει ανακαλυφθεί πουθενά εκτός της Γης. Κατά κάποιο τρόπο ο πιο σπουδαίος μετεωρίτης είναι που ανακαλύφθηκε στην Ανταρκτική πριν λίγα χρόνια ο οποίος υποτίθεται ότι είναι από τον Άρη. Και απ’ του οποίου την ανάλυση έχουν δημοσιευτεί επιστημονικές εργασίες ότι υπήρχε υποτυπώδης μικροβιακή ζωή μέσα σε αυτά τ’ απολιθώματα. Αυτή την ερμηνεία άλλοι επιστήμονες δεν τη δέχονται και ως εκ τίποτα δεν έχει αποδειχτεί. Τον τελευταίο χρόνο έχει ανακαλυφτεί ένας μετεωρίτης στον οποίο υπήρχε νερό μέσα σε απολιθωμένα κρύσταλλα. Αλλά αυτή η προσπάθεια ανακάλυψης υποτυπώδους ζωής στο ηλιακό μας σύστημα θα συνεχιστεί και θα ’ναι πάντα δύσκολο να αποδειχτεί από μετεωρίτες διότι συνεχώς υπάρχει η πιθανότητα ότι ο μετεωρίτης καθώς έπεφτε στη Γη «μολύνθηκε» ας πούμε από την υποτυπώδη μικροβιακή ζωή της Γης. (Η έμφαση δική μου)

Σταμάτης Κριμιζής / Stamatios Krimigis (Καθηγητής πανεπιστημίου John Hopkins. Επιστημονικός σύμβουλος της NASA επί 30 χρόνια. Μέλος της Διεθνούς Αστροναυτικής Ακαδημίας, αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Έχει τιμηθεί δύο φορές με το χρυσό μετάλλιο της NASA). Περιοδικό Φαινόμενον, τεύχος 16, 11/12-2002.

God vs Science / Θεός εναντίον Επιστήμης

Time magazine article which quotes from an interview of Richard Dawkins and Francis Collins, and which can be found here. Άρθρο του Time magazine το οποίο παραθέτει απόσπασμα συνέντευξης των Richard Dawkins και Francis Collins, και το οποίο μπορείτε να βρείτε εδώ.

There are two great debates under the broad heading of Science vs. God. The more familiar over the past few years is the narrower of the two: Can Darwinian evolution withstand the criticisms of Christians who believe that it contradicts the creation account in the Book of Genesis? In recent years, creationism took on new currency as the spiritual progenitor of «intelligent design» (I.D.), a scientifically worded attempt to show that blanks in the evolutionary narrative are more meaningful than its very convincing totality. I.D. lost some of its journalistic heat last December when a federal judge dismissed it as pseudoscience unsuitable for teaching in Pennsylvania schools.

Continue reading

Μήνυμα του καθηγητή Robert Jastrow / Message from professor Robert Jastrow

Truth Journal

Message from Professor Robert Jastrow

(Board of Advisors)

Professor Robert Jastrow-Ph.D. (1948), from Columbia University; Chief of the Theoretical Division of the National Aeronautics and Space Administration (1958-61) and Founder/Director of NASA ‘s Goddard Institute; Professor of Geophysics at Columbia University; Professor of Space Studies-Earth Sciences at Dartmouth College. Writings include: Astronomy: Fundamentals And Frontiers (Wiley, 1972); God And The Astronomers (Norton, 1978); The Enchanted Loom (Touchstone, 1983); Has been described by Paddy Chayevsky as “the greatest writer on science alive today.”

Recent developments in astronomy have implications that may go beyond their contribution to science itself. In a nutshell, astronomers, studying the Universe through their telescopes, have been forced to the conclusion that the world began suddenly, in a moment of creation, as the product of unknown forces.

The first scientific indication of an abrupt beginning for the world appeared about fifty years ago. At that time American astronomers, studying the great clusters of stars called galaxies, stumbled on evidence that the entire Universe is blowing up before our eyes. According to their observations, all the galaxies in the Universe are moving away from us and from one another at very high speeds, and the most distant are receding at the extraordinary speed of hundreds of millions of miles an hour.

This discovery led directly to the picture of a sudden beginning for the Universe; for if we retrace the movements of the moving galaxies backward in time, we find that at an earlier time they must have been closer together than they are today; at a still earlier time, they must have been still closer together; and if we go back far enough in time, we find that at a certain critical moment in the past all the galaxies in the Universe were packed together into one dense mass at an enormous density, pressure and temperature. Reacting to this pressure, the dense, hot matter must have exploded with incredible violence. The instant of the explosion marked the birth of the Universe.

The seed of everything that has happened in the Universe was planted in that first instant; every star, every planet and every living creature in the Universe came into being as a result of events that were set in motion in the moment of the cosmic explosion. It was literally the moment of Creation.

From a philosophical point of view, this finding has traumatic implications for science. Scientists have always felt more comfortable with the idea of a Universe that has existed forever, because their thinking is permeated with the idea of Cause and Effect; they believe that every event that takes place in the world can be explained in a rational way as the consequence of some previous event. Einstein once said, “The scientist is possessed of a sense of infinite causation.” If there is a religion in science, this statement can be regarded as its principal article of faith. But the latest astronomical results indicate that at some point in the past the chain of cause and effect terminated abruptly. An important event occurred-the origin of the world-for which there is no known cause or explanation within the realm of science. The Universe flashed into being, and we cannot find out what caused that to happen.

This is a distressing result for scientists because, in the scientist’s view, given enough time and money, he must be able to find an explanation for the beginning of the Universe on his own terms-an explanation that fits into the framework of natural rather than supernatural forces.

So, the scientist asks himself, what cause led to the effect we call the Universe? And he proceeds to examine the conditions under which the world began. But then he sees that he is deprived-today, tomorrow, and very likely forever-of finding out the answer to this critical question.

Why is that? The answer has to do with the conditions that prevailed in the first moments of the Universe’s existence. At that time it must have been compressed to an enormous-perhaps infinite-density, temperature and pressure. The shock of that moment must have destroyed every relic of an earlier, pre-creation Universe that could have yielded a clue to the cause of the great explosion. To find that cause, the scientist must reconstruct the chain of events that took place prior to the seeming moment of creation, and led to the appearance of our Universe as their end product. But just this, he cannot do. For all the evidence he might have examined to that end has been melted down and destroyed in the intense heat and pressure of the first moment. No clue remains to the nature of the forces-natural or supernatural that conspired to bring about the event we call the Big Bang.

This is a very surprising conclusion. Nothing in the history of science leads us to believe there should be a fundamental limit to the results of scientific inquiry. Science has had extraordinary success in piecing together the elements of a story of cosmic evolution that adds many details to the first pages of Genesis. The scientist has traced the history of the Universe back in time from the appearance of man to the lower animals, then across the threshold of life to a time when the earth did not exist, and then back farther still to a time when stars and galaxies had not yet formed and the heavens were dark. Now he goes farther back still, feeling he is close to success-the answer to the ultimate question of beginning-when suddenly the chain of cause and effect snaps. The birth of the Universe is an effect for which he cannot find the cause.

Some say still that if the astronomer cannot find that cause today, he will find it tomorrow, and we will read about it in the New York Times when Walter Sullivan gets around to reporting on it. But I think the circumstances of the Big Bang-the fiery holocaust that destroyed the record of the past-make that extremely unlikely.

This is why it seems to me and to others that the curtain drawn over the mystery of creation will never be raised by human efforts, at least in the foreseeable future. Although I am an agnostic, and not a believer, I still find much to ponder in the view expressed by the British astronomer E. A. Milne, who wrote, “We can make no propositions about the state of affairs [in the beginning]; in the Divine act of creation God is unobserved and unwitnessed.”

Πόσο τυχαία είναι η ζωή;

  • Ένας τρόπος να αντιληφθείτε τις πιθανότητες να εμφανιστεί η ζωή τυχαία είναι ο εξής: Ήταν εξίσου πιθανό με το στρίψετε ένα κέρμα και να έρθει κορόνα τουλάχιστον 400 φορές σερί. Είναι δύσκολο να δεχτούμε ασυζητητί τόση τύχη ― δηλαδή ότι η ζωή είναι αποτέλεσμα μιας απλής σύμπτωσης ―, εκτός εάν η ύπαρξή μας οφείλεται σε κάποιο μηχανισμό μεγάλης «σκευωρίας».Paul Davies, Συμπαντικό τζακ-ποτ. Γιατί το σύμπαν είναι κομμένο και ραμμένο στα μέτρα μας;, σελ. 215.
  • The belief that life on earth arose spontaneously from nonliving matter, is simply a matter  of faith in strict reductionism and is based on ideology” (Hubert  Yockey, Information Theory and Molecular Biology. Cambridge, New York:  Cambridge University Press, 1992, page 284).

Περί της αδιαμφισβήτητης αυθεντίας των «ειδικών»

Σε ένα άλλο διάσημο πείραμα, γνωστό ως «Το μάθημα του Δρ. Φοξ», ένας φαινομενικά αξιοπρεπέστατος ηθοποιός προσλήφθηκε για να δώσει μία άνευ σημασίας διάλεξη με τίτλο «Η θεωρία του μαθηματικού παιχνιδιού όπως εφαρμόζεται στη γυμναστική». Η ομιλία, επίτηδες διανθισμένη με «λογοκλοπές, νεολογισμούς, ανακολουθίες και αντικρουόμενα επιχειρήματα» έγινε μπροστά σε τρεις διαφορετικές ομάδες που αποτελούνταν από ψυχιάτρους, κοινωνικούς λειτουργούς, ψυχολόγους, εκπαιδευτές και εκπαιδευτικούς επιτρόπους, πολλοί από τους οποίους ήταν κάτοχοι πτυχίων πανεπιστημίου. Μετά από κάθε ομιλία, κάθε ομάδα έπρεπε να συμπληρώσει κάποιο ερωτηματολόγιο που τους ζητούσε να αξιολογήσουν τον ομιλητή. Κανένας από το κοινό δεν κατάλαβε την απάτη και οι περισσότεροι δήλωσαν ότι εντυπωσιάστηκαν θετικά.

Sheldon Rampton, John Stauber, Η μεγάλη απάτη. Η επιστήμη στην υπηρεσία των εταιρειών, 429.

Περί της επιρροής των «ειδικών»–επιστημόνων επί των ανθρώπων

Όταν οι ψυχολόγοι ερευνούσαν τη σχέση μεταξύ ιδιωτών και συμβόλων εξουσίας, ανακάλυψαν ότι είναι ανησυχητικά εύκολο για δήθεν ειδικούς να χειραγωγήσουν τον τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς των άλλων. Ένα από τα κλασικά πειράματα σ’ αυτό τον τομέα έγινε το 1974 από τον Stanley Milgram, ο οποίος προσπάθησε να δείξει πόσο μακριά θα έφταναν οι άνθρωποι ακολουθώντας οδηγίες που τους είχε δώσει ένας δήθεν επιστήμονας. Πήγαν τους άνθρωπος που θα συμμετείχαν στην έρευνα του Milgram σ’ ένα μοντέρνο εξοπλισμένο εργαστήριο και τους είπαν ότι θα βοηθούσαν στη διεξαγωγή ενός πειράματος που αφορούσε την εφαρμογή ηλεκτροσόκ για να μελετηθεί το πώς η τιμωρία επηρεάζει τη διαδικασία μάθησης. Τα «πειραματόζωα» πήραν θέση σε μία μηχανή που λεγόταν «γεννήτρια σοκ» και η οποία είχε μια σειρά από διακόπτες που κυμαίνονταν από το «ελαφρύ σοκ» στο «έντονο σοκ». Κάποιο άλλο άτομο είχε οριστεί ως ο «μαθητής» και είχε συνδεθεί με καλώδια, έτσι ώστε να τινάζεται από το ηλεκτρικό ρεύμα κάθε φορά που έδινε μία λάθος απάντηση σε κάποιο τεστ. Ένα τρίτο άτομο, ο «επιστήμονας», στεκόταν από πάνω τους δίνοντάς τους οδηγίες. Χωρίς να το γνωρίζουν τα «πειραματόζωα», τόσο ο «μαθητής» όσο και ο «επιστήμονας» ήταν ηθοποιοί και δεν χρησιμοποιούσαν αληθινό ηλεκτρισμό. Σε κάθε ψεύτικο τίναγμα, ο «μαθητής» ούρλιαζε από τον πόνο. Αν το «πειραματόζωο» που ήλεγχε το ηλεκτροσόκ δίσταζε, ο «επιστήμονας» έλεγε κάτι του στιλ: «Αν και τα σοκ μπορεί να είναι οδυνηρά, δεν προκαλείται μόνιμη βλάβη, γι’ αυτό, σας παρακαλώ, συνεχίστε» ή «είναι απολύτως αναγκαίο να συνεχίσετε». Το αποτέλεσμα ήταν ότι πολλά από τα «πειραματόζωα» συνέχιζαν να κάνουν ηλεκτροσόκ, ακόμα και όταν ο «μαθητής» ισχυριζόταν ότι είχε προβλήματα με την καρδιά του, φώναζε ή παρακαλούσε να τον ελευθερώσουν. «Με ανησυχητική ακρίβεια», παρατήρησε ο Milgram, «καλοί άνθρωποι έδειχναν να υποκύπτουν στις απαιτήσεις της εξουσίας και να κάνουν πράξης που ήταν σκληρές και βίαιες. Άνθρωποι που στην καθημερινή τους ζωή ήταν υπεύθυνοι και ευυπόληπτοι παρασύρονταν από την παγίδα της εξουσίας, από τον έλεγχο και από την αποδοχή άνευ κριτικής της κατάστασης, πράττοντας με βίαιο τρόπο».

Sheldon Rampton, John Stauber, Η μεγάλη απάτη. Η επιστήμη στην υπηρεσία των εταιρειών, 428.

Περί της φυσικής επιλογής

Αν η φυσική επιλογή εξουδετερώνει το επιχείρημα από το σχέδιο στη ζωντανή ύλη (έμβια ύλη) δεν εξουδετερώνει το ίδιο επιχείρημα του σχεδιασμού στην άβια ύλη, όπως στη δομή της ύλης. Γιατί στην άβια ύλη η φυσική επιλογή και οι ποικιλίες δεν παίζουν κανέναν ρόλο. Και αφού η άβια φύση υπάρχει στο σύμπαν πολύ περισσότερο από την έμβια, οι Δαρβινιστές έχουν λύσει πολύ μικρό μέρος του προβλήματος του σχεδιασμού με τη θεωρία τους· γιατί ο σχεδιασμός του μη ζωντανού μέρους παραμένει ανέγγιχτος από τις θεωρίες της επιλογής του Δαρβίνου. Έτσι, το επιχείρημα του σχεδιασμού παραμένει απόλυτα ισχυρό στην άβια ύλη.

A. E. Wilder-Smith, Καταγωγή και προορισμός του ανθρώπου, σελ. 29.