About the supposed controversy between Paul and James about faith vs works (James 2:20-23) / Περί της υποτιθέμενης διαμάχης Ιακώβου–Παύλου περί πίστης–έργων (Ιακ. 2:20-23)

The attitude to the law in the epistle is not, it is said, that which fits the position of James. If by this position is meant the legalistic attitude adopted by Paul’s Judaizing opponents, then even at the height of the controversy there is nothing in Paul or Acts to identify James with it. In Galatians Paul distinguishes the attitude of James himself (2:9) from that of ‘certain persons … from James’ (2:12). In Acts too it is made clear that James is no Judaizer (15:13-21), and he decisively dissociates himself from ‘some of our number’ who speak ‘without any instructions from us’ (15:24). Later also James welcomes the news of Paul’s missionary activity and seeks to disarm the misrepresentation of him by his own more zealous adherents (21:18-26).

If, on the other hand, the point of the critics is that ‘keeping the law’ means for James observing its ritual requirements (as in Acts 21:24), then, to be sure, the emphasis in the epistle is very different. For there the stress is entirely on moral righteousness. If the epistle is set in the context of the controversy described in Acts and Galatians and its crucial passage, 2:18-26, is viewed as James’ answer to Paul, then indeed we are dealing not only with quite a different concept of faith but with quite a different understanding of law and works. However, if we set it not against the debate over the admission of Gentiles to the church but against the kind of Jewish formalism condemned by Jesus, then James’ understanding of the law is entirely consistent. So far from its being, as Harnack supposed [Chron., 486.], a notion of law ‘which he has distilled for himself’, his is that inner delight in the perfect law of liberty which inspired Ps. 119 (cf. especially vv. 7, 32, 45) and which Paul himself would have been the first to say was the mark of ‘the true Jew’ (Rom. 2:25-29). Even subsequently circumcision and ritualism were not the heart of the matter for James. When that issue arose, circumcision was waived as a condition of church membership (Acts 15:19, 28), and ritual observance was urged as a matter not of principle but of tact, in a way that Paul himself was perfectly prepared to fall in with (21:21-26). The attitude to the law in the epistle can scarcely therefore be urged as an objection to Jacobean authorship, though it is certainly an argument against placing it in the context of the Judaizing controversy.

Η στάση έναντι του Νόμου στην επιστολή δεν είναι, λέγεται, αυτή που ταιριάζει με τη θέση του Ιακώβου. Εάν με αυτή τη στάση εννοείται η νομικίστικη στάση που υιοθετήθηκε από τους Ιουδαΐζοντες αντιπάλους του Παύλου, τότε ακόμη και στο απόγειο της διαμάχης δεν υπάρχει τίποτα στον Παύλο ή στις Πράξεις με το οποίο μπορούμε να ταυτίσουμε τον Ιάκωβο. Στους Γαλάτες ο Παύλος διαχωρίζει τη στάση του ίδιου του Ιακώβου (2:9) από τη στάση «ορισμένων ατόμων . . . από τον Ιάκωβο» (2:12). Στις Πράξεις επίσης γίνεται ξεκάθαρο ότι ο Ιάκωβος δεν ανήκει στους Ιουδαΐζοντες (15:13-21), και διαχωρίζει αποφασιστικά τον εαυτό του από «ορισμένους από ανάμεσά μας» οι οποίοι μιλούσαν «μολονότι εμείς δεν τους δώσαμε καμιά οδηγία» (15:24). Αργότερα επίσης, ο Ιάκωβος καλωσορίζει τα νέα για την ιεραποστολική δραστηριότητα του Παύλου και επιδιώκει να ξεδιαλύνει τις παρανοήσεις σχετικά με αυτόν από μέρους των πιο ζηλωτών, δικών του υποστηρικτών (21:18-26).

Εάν, από την άλλη μεριά, το σημείο των κριτικών είναι ότι «η τήρηση του Νόμου» για τον Ιάκωβο σημαίνει την τήρηση των τελετουργικών απαιτήσεων (όπως στο Πρξ. 21:24) τότε, ομολογουμένως, η έμφαση της επιστολής είναι τελείως διαφορετική. Διότι η έμφαση τίθεται στην ηθική αρετή. Εάν η επιστολή τίθεται στα πλαίσια της διαμάχης που περιγράφεται στις Πράξεις και στους Γαλάτες και το κρίσιμο απόσπασμα, 2:18-26, ερμηνευτεί ως απάντηση του Ιακώβου στον Παύλο, τότε πράγματι έχουμε να κάνουμε όχι μόνο με μια αρκετά διαφορετική αντίληψη της πίστης αλλά και με μια αρκετά διαφορετική κατανόηση του νόμου και των έργων. Ωστόσο, εάν τη θέσουμε όχι στο πλαίσιο της διαμάχης σχετικά με την είσοδο των Εθνικών στην εκκλησία αλλά στο πλαίσιο του Ιουδαϊκού φορμαλισμού τον οποίο καταδικάζει ο Ιησούς, τότε η κατανόηση του νόμου από τον Ιάκωβο είναι απόλυτα συνεπής. Αντί να αποτελεί, όπως υπέθετε ο Harnack, μια αντίληψη του νόμου «την οποία απέσταξε (distilled) για τον εαυτό του», η αντίληψή του αποτελεί εκείνη την εσωτερική απόλαυση στον τέλειο νόμο της ελευθερίας η οποία ενέπνευσε τον Ψαλμό 119 (δες συγκεκριμένα στίχους 7, 32, 45) και για την οποία ο ίδιος ο Παύλος θα ήταν ο πρώτος που θα έλεγε ότι αποτελεί χαρακτηριστικό του «πραγματικού Ιουδαίου» (Ρωμ. 2:25-29). Ακόμη και μεταγενέστερα η περιτομή και οι τελετουργίες δεν ήταν η καρδιά του ζητήματος για τον Ιάκωβο. Όταν εγέρθηκε αυτό το ζήτημα, η περιτομή παραβλέφτηκε ως απαίτηση για να γίνει κάποιος μέλος της εκκλησίας (Πρξ. 15:19, 28), και η τελετουργική τήρηση παροτρύνθηκε ως ζήτημα όχι εντολής αλλά λεπτότητας (τακτ), με τρόπο που ο ίδιος ο Παύλος ήταν πλήρως προετοιμασμένος να συνταχθεί (21:21-26). Η στάση προς το νόμο στην επιστολή συνεπώς, μετά βίας μπορεί να προωθηθεί ως ένσταση στην συγγραφή από τον Ιάκωβο, παρότι αποτελεί σίγουρα ένα επιχείρημα ενάντια στην τοποθέτησή της στο πλαίσιο της Ιουδαΐζουσας διαμάχης.

 John Α. Τ. Robinson, Redating the New Testament, 128ff.

Advertisements

Πόσο θεμελιώδες ήταν το δόγμα της Ανάστασης για τον απ. Παύλο; / How fundamental is the belief in Resurrection for apostle Paul?

In the Athenian address, as we have previously noticed, two great schools of philosophy are particularly noted, the Stoic and the Epicurean. Now the Stoics were fatalists, and also pantheists; they believed that all the troubles in life came from the body, and that the chief end of life was to subdue every bodily appetite and desire, to live as reasonably and sanely as possible, until the hour of death should arrive, when the troubles of this life would be over, because the body had been left behind Some of the Stoics even went so far as to recommend suicide, so that the soul might escape the body. The Epicureans, on the other hand, “with their thorough-going atomistic materialism would not allow that the soul had any existence apart from the body; on the contrary, they held that the soul came into being at the moment of conception, grew with the body, and at the body’s death was once more dissolved into the atoms from which it first was formed.”

All the best thought of the Greeks and Romans then, agreed in this, that a resurrection of the body was never to be expected and not to be desired. Recognizing then that the resurrection of men would be ridiculous, illogical, and unbelievable to the Greeks of Athens, one might well ask, “Why then should Paul refer to it as he addressed these philosophers concerning the Lord Jesus Christ?” I think that Canon Sparrow-Simpson has given the one true, acceptable answer: “The introduction of such a doctrine into circumstances eminently unfavourable, might seem to be a failure of that insight and versatility with which we know the apostle was usually endowed to a most exceptional degree. His deliberate selection in this instance of a theme unfavourable to his design surely illustrates remarkably his sense of its fundamental character. It could not, consistently with faithfulness to his message, be possibly left out. Bearing in mind what he said about the Resurrection of Christ in 1 Cor. 15, we can well understand why he taught it even in Athens. The fact was that S. Paul had no message without it. He had nothing else to teach. He founded Christianity upon it.”

Wilbur Smith, Therefore Stand, σελ. 417, 418.

Το στοιχείο που συνηγορεί υπέρ της πραγματικότητας της εμφάνισης του Κυρίου Ιησού Χριστού στο Σαύλο / About the actuality of Christ’s appearance to Saul

The late Professor Doremus A. Hayes, in a volume which is exceptionally helpful, The Resurrection Fact, well reminds us of a number of important details concerning the actuality of this appearance: “It was a veritable appearance of the Resurrected One, but it was different in one respect at least from all which had preceded it. Those appearances had been to believers, disciples, and friends only. This appearance was to the most active enemy the Christian church had. Stephen saw the Risen One when he was filled with the Spirit. Saul had been filled with nothing but hate for this impostor and His cause. He was in no psychological condition for apocalyptical revelation. He was at the farthest remove from the possibility of an ecstatic vision. Nothing but a sudden, unexpected, objective, irresistible revelation of the Resurrected One Himself in the majesty of His divine power could convince and convert a man like Saul. It was such an appearance which was given him.

Wilbur Smith, Therefore Stand, σελ.413.

Χριστιανισμός ή Παυλιανισμός;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ Ή ΠΑΥΛΙΑΝΙΣΜΟΣ;

Ιησούς ή Παύλος;

Ποιος είναι ο πραγματικός ιδρυτής του χριστιανισμού;

Ζω δε ουκέτι εγώ ζει δε εν εμοί Χριστός

Απ. Παύλου προς Γαλάτας

Μιμηταί μου γίνεσθε καθώς καγώ Χριστού

Απ. Παύλου, Α΄ Κορινθίους

Χριστιανισμός ή Παυλιανισμός, ή αλλιώς, Ιησούς ή Παύλος, ήταν το κυρίαρχο ερώτημα που απασχόλησε κατά τον 19ο αιώνα μέχρι τις αρχές του 20ου, τους βιβλικούς κριτικούς και τους προτεστάντες κυρίως θεολόγους, καθώς υπερτονίστηκε η θεολογία του Παύλου περί δικαιοσύνης του Θεού, περί ελευθερίας και πίστης, το λυτρωτικό του έργο σε σχέση με την αμαρτία, κ.λπ. Διαπιστώθηκε τότε, το διαφορετικό πλαίσιο κηρύγματος του Παύλου απ’ αυτό του Ιησού της Γαλιλαίας που έδινε έμφαση στην πατρότητα του Θεού, τη Βασιλεία των Ουρανών, την στον πλησίον αγάπη και την έλευση του Υιού του ανθρώπου.

Ο δεύτερος ιδρυτής του χριστιανισμού

Θεωρήθηκε, έτσι, ο απόστολος Παύλος, ο δεύτερος ιδρυτής του Χριστιανισμού, και από μερικούς, ο κατ’ εξοχήν ιδρυτής του. Κάποιοι άλλοι προχώρησαν ένα βήμα περισσότερο. Υποστήριξαν ούτε λίγο – ούτε πολύ, ότι ο Παύλος υπήρξε διαστρεβλωτής του μηνύματος του Ευαγγελίου του Ιησού, εισάγοντας δικές του ελληνικές καινοτόμους διδασκαλίες. Μεταξύ των οποίων και ο λεγόμενος μισογυνισμός του…

Το θέμα Ιησούς ή Παύλος, κόπασε κάπως στα μέσα του 20ου αιώνα. Αλλά ο απόηχος των αρχικών συζητήσεων συνεχίστηκε και συνεχίζεται μέχρι τις ημέρες μας από μερικούς που τους αρέσει να ανακυκλώνουν τα θέματα και να τα ξεφουρνίζουν σαν άρτι ανακαλυφθείσες αλήθειες και θεωρίες. Ένας σύγχρονος θιασώτης της θεωρίας, είναι ο Ιουδαίος λόγιος Hyam Maccoby με το βιβλίο του, Ο μυθοποιός: ο Παύλος και η επινόηση της Χριστιανοσύνης (The Mythmaker: Paul and Invention of Christianity). Νύξεις για διάσταση μεταξύ Ιησού και Παύλου κάνει και ο Γκέζα Βερμές (G. Vermes).

Ο μυθοποιός Παύλος

Τι ήταν εκείνο που πυροδότησε αυτές τις συζητήσεις που ο Γερμανός W. Werde έδωσε επιγραμματικά στο βιβλίο του Παύλος (1904); Μίλησα προηγουμένως για τη διαφορά πλαισίου που κινήθηκε ο Ιησούς απ’ αυτό που κινήθηκε ο Παύλος. Ο Ιησούς κήρυττε σε παλαιστινιακό έδαφος, με απλό τρόπο, προφητικό – ποιητικό, δίνοντας έμφαση στις βασικές διδασκαλίες του, με την χρήση παραβολών κυρίως, και μικρών αποφθεγμάτων. Απ’ την άλλη, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο απ. Παύλος στις επιστολές του, αντιμετωπίζει διάφορα προβλήματα των νέων εκκλησιών που ιδρύθηκαν σε έδαφος εξω-ιουδαϊκό, πρώην παγανιστικό, είκοσι χρόνια και πλέον μετά το θάνατο του Ιησού της Ναζαρέτ.

Το ερώτημα, είναι, πως αντιμετωπίζει ο Παύλος αυτά τα προβλήματα και, με ποιες αρχές, οδηγίες και αντιλήψεις προτείνει την επίλυσή τους. Στηρίζεται στη διδασκαλία του Ιησού και των πρώτων αποστόλων, ή εισάγει «καινά δαιμόνια», δικές του διδασκαλίες, προερχόμενες από παγανιστικές, αρχαιοελληνικές φιλοσοφικές σχολές; Το ερώτημα επιτείνεται, διότι τα Ευαγγέλια θεωρούνται γενικά ότι γράφτηκαν πολύ αργότερα από τις επιστολές του Παύλου που προηγούνται (50-64 μ.Χ.), όποιες θεωρούνται βέβαια γνήσιες, γιατί τίθεται και αυτό το θέμα… από κάποιους αρνητικούς κριτικούς που δεν έχουν αφήσει τίποτα όρθιο.

Οι οπαδοί της άποψης ότι ο Παύλος είναι ο αληθινός ιδρυτής του Χριστιανισμού, υπερτονίζουν την διδασκαλία του περί λυτρωτικής θυσίας, θανάτου και ανάστασης του Ιησού κυρίως, που κατά την άποψή τους είναι καθαρά Παύλειας επίνοιας, και η οποία προήλθε μάλλον από τις μυστηριακές θρησκείες ενός θνήσκοντος και επανερχόμενου στη ζωή Θεού κατά τον τύπο του Άδωνι, του Όσιρι κ.λπ. Καθώς και σε μερικές άλλες (όπως η θεία προΰπαρξη του Ιησού) που χρήζουν διευκρινήσεως. Ωστόσο, η συστηματική έρευνα, απέδειξε κάτι που δε διαφαίνεται εύκολα με την πρώτη ματιά. Κατέδειξε, ότι παρά τις κάποιες διαφοροποιήσεις που υπήρξαν αναγκαίες λόγω των διαφορετικών αναγκών των νεοφανών εκκλησιών, οι ομοιότητες μεταξύ των διδασκαλιών του Ιησού και του Παύλου, ήταν πολύ μεγαλύτερες και ουσιώδεις, από τις επουσιώδεις διαφορές, ώστε, να μην μπορεί να τεθεί διλημματικά το ως άνω ερώτημα, αλλά σωρευτικά, ως, Ιησούς και Παύλος.

«Δούλος Χριστού Ιησού»

Πρώτα απ’ όλα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι πουθενά ο απ. Παύλος, σε καμία επιστολή του, δεν ισχυρίζεται ότι αυτός ιδρύει τις εκκλησίες με δική του δύναμη και πρωτοβουλία και με δικές του αρχές και ιδέες. Παντού και πάντοτε τονίζει ότι είναι «απόστολος του Χριστού» ή «δούλος Χριστού Ιησού» Μ’ αυτές τις εκφράσεις ξεκινάει σχεδόν όλες τις επιστολές του. Τονίζει, ότι οι Χριστιανοί πρέπει να γίνουν μιμητές του, όπως ο ίδιος υπήρξε μιμητής Ιησού Χριστού (Α΄ Κορ. 11:1) και ότι οι διδαχές του προέρχονται απ’ αυτόν (Γαλ. 1:11, 12). Επί λέξει: «Γνωρίζω δε υμίν, αδελφοί, το Ευαγγέλιον το ευαγγελισθέν υπ’ εμού ότι ουκ εστί κατά άνθρωπον ουδέ γαρ εγώ παρά ανθρώπω παρέλαβον αυτό ούτε εδιδάχθην αλλά δι’ αποκαλύψεως Ιησού Χριστού». Ακόμα και τα θαύματά του τα διενεργούσε εξ’ ονόματος του Ιησού και με τη δική του δύναμη (Πραξ. Απ. 16:18).

Δεύτερον και σπουδαιότερο. Ο απ. Παύλος αναφέρει ότι ο ίδιος είχε ανάγκη από σωτηρία, από τη σωτηρία του Ιησού Χριστού και το έλεός του, όπως αναφέρει στην Β΄ Κορινθ. 4:1, Γαλατ. 1:15, 16, Α΄ Τιμόθεον 1:15 κ.α. Πουθενά, λοιπόν, δεν προβάλλει τον εαυτό του ο απ. Παύλος ως ιδρυτή νέας θρησκείας. Δίνει έμφαση στο ότι ο ίδιος είναι ταπεινός μαθητής-απόστολος, ο οποίος σε πολλές περιπτώσεις δεν ξέρει και δίνει γνώμην ως ελεημένος από το Θεό. Σε αντίθεση με τον Ιησού, ο οποίος ξέρει ποιος είναι, έχει αυτοσυνειδησία της μεσσιανικότητάς του, και ποτέ δεν χρησιμοποίησε τις εκφράσεις, νομίζω, δεν ξέρω, η γνώμη μου είναι, αλλά πάντα μιλούσε μετά απολύτου βεβαιότητας και πεποιθήσεως (πρβλ. Α΄ Κορινθ. 7:25-28, με Ματθ. 24:34-35, Ιωανν. 14:6).

Σύγκριση των διδασκαλιών του Ιησού και του Παύλου

Αν έρθουμε, τώρα, και συγκρίνουμε τις διδασκαλίες του Ιησού μ’ αυτές του απ. Παύλου, βλέπουμε απόλυτη αρμονία, ομοιότητα και ταύτιση. Ας δούμε μερικές.

Και οι δυο, Ιησούς και Παύλος, τονίζουν ότι ο Θεός είναι πατέρας των ανθρώπων και ιδιαίτερα των πιστών (Ματθ. 6:9, Μαρκ. 14:36, Ρωμ. 8:14).

Ο Ιησούς μίλησε για τη βασιλεία του Θεού (ή των ουρανών κατά την εβραϊκή έκφραση) που ήταν ο κεντρικός άξονας της διδασκαλίας του, εννοώντας τον ίδιο ως αυτοβασιλεία και τον πυρήνα της εκκλησίας – βασιλείας του. Ο Παύλος μιλάει επίσης για τη βασιλεία του Θεού, αλλά κυρίως, για τον Χριστό ως βασιλιά, ένδοξο και μελλοντικό.

Και οι δύο έδωσαν έμφαση στη συγχωρητικότητα. Ο Ιησούς μάς δίδαξε τη συγχώρεση (άφες ημίν τα ωφελήματα ημών ως και ημείς αφίεμεν). Συγχώρησε την πόρνη και τη μοιχαλίδα, και άλλους επί του σταυρού. Ο απ. Παύλος λέει στην Κολοσ. 3:13 «Να συγχωρείτε ο ένας τον άλλον καθώς και ο Χριστός σας συγχώρεσε». Το ίδιο έγραψε και σ’ άλλες επιστολές, όπως Εφεσ. 4:32, κ.λπ.

Και οι δύο μίλησαν για τη σχετικότητα του Μωσαϊκού νόμου. Ο Ιησούς τόνισε ότι ο νόμος θα «πληρώνονταν» μέσω αυτού —«ιώτα εν και μια κεραία δεν θα έπεφτε»— αλλά κατέδειξε ότι ο ίδιος ως Υιός του ανθρώπου ήταν κύριος του Σαββάτου, και ότι «ακούσατε ότι ερρέθη, εγώ δε λέγω ημίν». Ο Παύλος τόνισε ότι το τέλος του νόμου είναι ο Χριστός και ότι «πλήρωσις» (εκπλήρωση) του νόμου είναι η αγάπη. Η νέα διαθήκη τερματίζει την παλαιά διαθήκη του νόμου, παραμένουν ωστόσο οι βασικές, ηθικές αρχές, ενσωματωμένες μέσα στην Καινή Διαθήκη (Ρωμ. 13:8-10).

Χριστός και Παύλος μίλησαν για την αξία της πίστης έναντι της απλής γνώσης. «Πιστεύετε εις τον Θεόν και εις εμέ πιστεύετε» είπε ο Ιησούς. «Ύπαγε, η πίστις σου σέσωκέ σε». «Χωρίς πίστη είναι αδύνατον να ευαρεστήσει κάποιος τον Θεό», λέει ο Παύλος. Πίστις, ελπίς, αγάπη είναι τα σπουδαιότερα κατά τον κορυφαίο απόστολο. «Ο δίκαιος ζήσεται εκ πίστεως», γράφει αλλού.

Και οι δύο μίλησαν και δίδαξαν για το Άγιο Πνεύμα. Ο Χριστός μίλησε για έναν άλλον παράκλητο που θα αποστέλλονταν και θα τους αποκάλυπτε πάσαν την αλήθειαν. Ο Παύλος κατέδειξε την ύπαρξη και λειτουργία του Αγίου Πνεύματος μέσα στα μέλη της εκκλησίας μέσω των ποικίλων χαρισμάτων και ενεργειών του Αγίου Πνεύματος και της καρποφορίας του. (Ιωα. 14:26, Α΄ Κορινθ. 12:1 επ., Γαλ. 5:22).

Και οι δύο μίλησαν επίσης, για την προΰπαρξη του Ιησού, πριν γίνει άνθρωπος. Ο Παύλος είπε ότι ο «Ιησούς εν μορφή Θεού υπάρχων ουχ αρπαγμόν ηγήσατο το είναι Θεώ ίσα, αλλ’ εαυτόν εκένωσεν, μορφήν δούλου λαβών εν ομοιώματι ανθρώπων». Ο Ιησούς είπε, «δόξασέ με πάτερ με την δόξαν που είχα παρά σοι, προτού τον κόσμον είναι» και, «πριν ο Αβραάμ γενέσθαι εγώ ειμί». Το ίδιο λέγουν και υπονοούν και οι συνοπτικοί Ευαγγελιστές, στα Ευαγγέλιά τους.

Και οι δύο, Ιησούς και Παύλος, μίλησαν για την ερχόμενη μέλλουσα ένδοξη παρουσία του Χριστού και την κρίση. Ο Ιησούς μίλησε σε πολλές περιπτώσεις για την έλευση του Υιού του ανθρώπου στη γη, με δόξα και δύναμη και την ολοκλήρωση του σκοπού του θεού, μέσω της κρίσεως πιστών και ασεβών (προβάτων και εριφίων). Το ίδιο κάνει και ο Παύλος με διαφορετική ίσως φρασεολογία, την ίδια όμως διδασκαλία (Ματθ. 25:1 επ., Α΄ Θεσ. 4:15, Β΄ Θεσ. 1:4 επ., Β΄ Κορ. 5:10). Ο Παύλος, επεκτείνει έτσι την αρχική διδαχή του Ιησού και την εμπλουτίζει.

Παυλιανισμός: μια θρησκεία κατά το πρότυπο των
ελληνιστικών μυστηριακών θρησκειών

Τώρα, όσον αφορά, την κύρια διδασκαλία όπως την θεωρούν μερικοί του Παύλου, ενός θεού που πέθανε σταυρικά, για να λυτρώσει τους ανθρώπους κατά το πρότυπο των ελληνιστικών μυστηριακών θρησκειών, ξένης τάχα προς τα Ιουδαϊκά πρότυπα και τη διδασκαλία του Χριστού, καλά θα κάνουν να προσέξουν, ότι για τη λυτρωτική θυσία του μίλησε ο ίδιος ο ιστορικός Ιησούς. «Ο Υιός του ανθρώπου ουκ ήλθεν διακονηθήναι αλλά διακονήσαι και δούναι την ψυχήν αυτού λυτρόν αντί πολλών» (Ματθ. 20:28, Μάρκος 10:45). Ο Παύλος επιτείνει τη διδασκαλία: «Υπάρχει εις Θεός εις και μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων, άνθρωπος Ιησούς, Χριστός, όστις έδωκεν εαυτόν αντίλυτρον υπέρ πάντων» (Α΄ Τιμ. 2:5).

Αλλά και οι άλλοι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης, αποδέχονται τον λυτρωτικό από την αμαρτία θάνατο του Ιησού, υπέρ όλων των ανθρώπων —όχι μόνον ο απ. Παύλος. Ο Ιωάννης ο βαπτιστής βλέποντας τον Ιησού ερχόμενο από την έρημο, αναφώνησε: «Ίδε ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτία του κόσμου» (Ιωάνν. 1:29). Και ο απ. Πέτρος τονίζοντας την ίδια υπερβατική αλήθεια, έγραψε: «ειδότες ότι ου φθαρτοίς, αργυρίω ή χρυσίω ελυτρώθητε εκ της ματαίας υμών αναστροφής… αλλά τιμίω αίματι, ως αμνός αμώμου και ασπίλου Χριστού» (Α Πετρ. 1:19). Ο μαθητής της αγάπης ο Ιωάννης, επίσης γράφει: «Και το αίμα Ιησού, του υιού αυτού καθαρίζει ημάς από πάσης αμαρτίας» (Α΄ Ιωα. 1:7). Τα ίδια διαβάζουμε και στην Αποκάλυψη του Ιωάννη (Αποκ. 7:14 κ.λπ.). Ανέφερα όλα αυτά τα χωρία, για να καταδείξω, ότι, όχι μόνον ο απ. Παύλος, αλλά σύμπασα η Καινή Διαθήκη υποστηρίζει την άποψη ότι ο Ιησούς, καίτοι αναμάρτητος, εσταυρώθη οικειοθελώς, όχι για να συμβάλλει στην ηθική τελείωση του ανθρώπου, ούτε για να (αυτο)τιμωρηθεί ο ίδιος, αλλά για να πληρώσει το τίμημα της αμαρτίας (συλλογικής και ατομικής) των ανθρώπων. Το γιατί, και πως, είναι μια άλλη ιστορία, που θα μας πήγαινε θεολογικά πολύ μακριά. Δε μπορούμε να το συζητήσουμε εδώ.

Ακόμα, η διδασκαλία του απ. Παύλου, περί αμαρτίας και περί πνεύματος και σάρκας, δεν αφίσταται απ’ αυτά που δίδαξαν τόσο ο Ιησούς όσο και οι άλλοι απόστολοι, αν κατανοηθούν σωστά οι Παύλειοι όροι σαρξ, πνεύμα, ψυχή, σώμα (βλ. πρόχειρα, τα σχετικά λήμματα στο Λεξικό βιβλικής θεολογίας του). Δεν ήταν ο Παύλος, αλλά ο Ιησούς που είπε: «Πας ο ποιών την αμαρτίαν δούλος εστίν της αμαρτίας» (Ιωα. 8:35). Ο Παύλος έγραψε: «Χριστός Ιησούς ήλθεν εις τον κόσμον αμαρτωλούς σώσαι ων πρώτος ειμί εγώ» (Α΄ Τιμ. 1:15) και σ’ άλλη περίπτωση (Α΄ Κορινθ. 15:3) ότι παρέδωσε στους πιστούς ό και παρέλαβε: «Χριστός απέθανεν υπέρ των αμαρτιών ημών κατά τας γραφάς». Επικαλείται τη ζωντανή παράδοση–μαρτυρία που παρέλαβε από τους άλλους μαθητές και δεύτερον τις Γραφές, δηλ. την Παλαιά Διαθήκη. Πράγματι, η προφητεία του Ησ. 53:7 επ. αναφέρει καθαρά ότι ο Μεσσίας θα θυσιαζόταν υπέρ των αμαρτιών του λαού του.

Έλαβε ο Παύλος «εξ αποκαλύψεως» αλήθειες;

Η τελευταία περίπτωση έχει ιδιαίτερη σημασία. Γιατί ο Παύλος, εκτός από την ιδιαίτερη αποκάλυψη που ισχυρίζεται ότι έλαβε για κάποιες αλήθειες, από τον ίδιο το Θεό (Γαλ. 2:2, Β΄ Κορ. 12:1), υποστηρίζει, ότι πηγή των πληροφοριών του σε άλλες περιπτώσεις, ήταν ο Κύριος, (ο Χριστός) μέσω των πρώτων μαθητών, μέσω δηλαδή της πρώτης παράδοσης – κηρύγματος των Αποστόλων. Υπάρχουν σαφείς εκφράσεις και αναφορές του σ’ αυτό, όπως: «Παραγγέλω, ουκ εγώ, αλλ’ο Κύριος» και «ο Κύριος διέταξεν» (Α΄ Κορ. 7:10, 9:14). Και ακόμη: «τούτο υμίν λέγομεν εν λόγω Κυρίου» και από «Κυρίου παρέλαβον αυτό που σας παρέδωσα» κ.λπ. Σαφώς, ο Παύλος, πολλές πληροφορίες του, έλαβε από την πρωτοχριστιανική εκκλησία των αυτοπτών και αυτήκοων μαρτύρων. Αλλά εκτός από αυτές τις δηλώσεις του Παύλου, υπάρχουν δεκάδες υπαινιγμοί μέσα στις επιστολές του, απ’ όπου φαίνεται καθαρά η επίδραση της διδασκαλίας του από την διδαχή του Χριστού Ιησού μέσω των πρώτων αποστόλων, σε θέματα ελευθερίας, χάριτος, δόξας παρά ανθρώπων, αποκοπής από την εκκλησία (πρβλ. Β΄ Θεσ. 3:6, με Ματθ. 18:7) κ. άλλ.

Ο ελληνιστής Παύλος

Ο Παύλος, βέβαια, ήταν ελληνιστής, από την Ταρσό της Κιλικίας, δηλαδή χρησιμοποιούσε την ελληνική γλώσσα και τις ελληνικές εκφράσεις στο κήρυγμά του, όπως και οι άλλοι ελληνικής καταγωγής χριστιανοί. Και τον συνόδευαν ελληνιστές στα ιεραποστολικά του ταξίδια (Βαρνάβας, Λουκάς, Σίλας, Τιμόθεος κ.λπ.). Με αυτήν την προϋπόθεση μπορούμε να καταλάβουμε ότι ο απ. Παύλος σε ορισμένες περιπτώσεις, διαφοροποιείται φραστικά, από τους ευαγγελιστές και από τον Ιουδαϊκό περίγυρο. Χρησιμοποιεί εκφράσεις που βρίσκονται σε εξωβιβλική γραμματεία και στη γνωστική φρασεολογία (π.χ. μυστήριο της ευσεβείας, ψευδώνυμος γνώσις, πλήρωμα κ.α.). Αλλά, στηρίζεται στην από Κυρίου παράδοση «ότι από την εκκλησία παρέδωσε–παρέλαβε», και παραγγέλλει τους πάντας να ορθοποδούν στο ευαγγέλιο και να τηρούν το «υπόδειγμα των υγιαινόντων λόγων» που τους άφησε. Ο Παύλος είναι απόστολος του Χριστού. Γι’ αυτό, όσο μεγάλος και να θεωρηθεί αυτός και το έργο του, χωρίς τον Χριστό και τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος όπως ομολογεί ο ίδιος, δεν θα έκανε τίποτα. «Πάντα ισχύω εν τω ενδυναμούντί με Χριστώ» (Φιλ. 4:13).

Άλλωστε καθ’ ομολογίαν του οικοδομεί πάνω στο αρχικό θεμέλιο, πάνω στο Χριστό (Α΄ Κορ. 3:11) όχι στον εαυτό του ή σε διδασκαλίες και παραδόσεις, ποικίλες και ξένες. Το ερώτημα, λοιπόν, Χριστιανισμός ή Παυλιανισμός, σήμερα φαίνεται χλωμό και άκαιρο, αφού μπορεί να καταδειχθεί ότι όλες οι βασικές διδασκαλίες του Παύλου βρίσκονται εν σπέρματι μέσα στη διδασκαλία του Ιησού της Γαλιλαίας. Άλλωστε, αν ο Παύλος δίδασκε κάτι τελείως διαφορετικό απ’ αυτά που δίδαξε ο Ιησούς και οι πρώτοι απόστολοί του (Πέτρος, Ιωάννης, Ιάκωβος κ.λπ.) τούτο θα φαινότανε με μια απλή αντιπαραβολή των επιστολών του με τις επιστολές και τις διδασκαλίες εκείνων. Κάτι τέτοιο όμως δεν διαφαίνεται. Ο Παύλος δεν αντιφάσκει, ούτε ετεροφωνεί με τους παραπάνω κορυφαίους μαθητές του Ιησού. Κι απ’ αυτό συνάγεται σαφώς, ότι ο Παύλος είναι μαθητής, δούλος Ιησού Χριστού, ακόλουθός του. Ο ίδιος έγραψε στην επιστολή προς Γαλάτας (1:8) ότι αν εμείς ή άλλος σας κηρύξει άλλο ευαγγέλιο απ’ αυτό που σας κηρύξαμε, ας είναι ανάθεμα. Και τι κήρυξε ο Παύλος; Εκήρυξε Ιησούν και τούτον εσταυρωμένον και εκ νεκρών αναστάντα (Α΄ Κορινθ. 1:23, κεφ. 15). Ο Παύλος, λοιπόν, πάντα κήρυττε τον Ιησού και διέδιδε τη διδασκαλία του, και συνεπώς, το επιμύθιο πρέπει να είναι όχι διαζευκτικό αλλά σωρευτικό: Ιησούς και Παύλος· ο οποίος Παύλος διέδωσε με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος και με τους συντρόφους του το χριστιανισμό στην λεκάνη της Μεσογείου. Αυτά εξάγονται σαφώς από τις ιστορικές πηγές. Οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί είναι θεωρίες, εικασίες και εικοτολογίες ανιστόρητες και φληναφήματα φαντασιοκόπων.

Για όποιους θέλουν να εμβαθύνουν περισσότερο πάνω στο θέμα, υπάρχει άφθονη βιβλιογραφία. Και ανάμεσά τους ένα εξαιρετικού ενδιαφέροντος: Το βιβλίο του David Wenham, Paul, Follower of Jesus or founder of Christianity? (1995). Το συστήνω ανεπιφύλακτα.

Δημήτρης Τσινικόπουλος