About the “monopoly of truth” throughout the centuries / Περί του «μονοπωλίου της αλήθειας» ανά τους αιώνες.

This post is not targeted against Calvin. Calvin is used as a symbol for all (individuals or religions) that depict the same attitude and mentality.

He never understood the meaning of a middle course. For him there existed but one course-his own. All or nothing; he must have supreme authority or renounce his whole claim. Never would he compromise, being so absolutely convinced of the rightness of Jehan Calvin’s standpoint that he simply could not conceive an opponent might believe in the rightness of another cause, and from a different point of view be as right as Master Calvin. It became an axiom for the latter that his business was to teach and other people’s business was to learn. With perfect sincerity and imperturbable conviction, he announced: “I have from God what I teach, and herein my conscience fortifies me. ” Possessing terrific and sinister self-assurance, he compared his own views with absolute truth, and said:”Dieu m’a fait la grace de declarer ce qu’est bon et mauvais” -(God has been gracious enough to reveal unto me good and evil). Yet again and again this man, who suffered from a sort of demoniacal possession by his own self, grew em bittered and was genuinely outraged when another person with equal confidence maintained a contrary opinion. Dissent brought on in Calvin a nervous paroxysm. His mental sensibility affected the workings of his body. When he was crossed, his stomach revolted and he vomited bile. The antagonist might offer the most reasonable objections. That mattered nothing to Calvin, who was concerned only with the fact that another ventured to hold different views, and must consequently be regarded as an enemy, not only of Jehan Calvin, but of the world at large, and of God him self. “Hissing serpents,” “barking dogs,” “beasts,” “rascals,” “Satan’s spawn”-such were the names showered in private life by this overwrought and arrogant man upon the leading humanists and theologians of his day. To differ from Calvin was to detract from “God’s honour” in the person of His servant. Even if the difference was purely academic, the “Church of Christ was threatened” as soon as anyone ventured to declare that the preacher of St. Pierre was dictatorially minded. So far as Calvin was concerned, what he meant by argument was that the other party to it must admit himself to have been wrong and must come over to Calvin’s side. Throughout life this man, who in other respects showed so much clear-sightedness, was never able to doubt that he alone was competent to interpret the word of God, and that he alone possessed the truth. But thanks to this overweening self-confidence, thanks to this prophetic exaltation, to this superb monomania, Calvin was able to hold his own in actual life. It was to a petrified imperturbability, to an icy and inhuman rigidity, that he owed his victory on the political stage. Nothing but such an intoxication with the self, nothing but so colossally limited a self-satisfaction, makes a man a leader in the domain of universal history. People are prone to accept suggestion, not when it comes from the patient and the righteous, but from monomaniacs who proclaim their own truth as the only possible truth, and their own will as the basic formula of secular law.

Stefan Zweig, The Right to Heresy: Castellio Against Calvin.


Αυτή η ανάρτηση δεν στρέφεται κατά του Καλβίνου. Ο Καλβίνος χρησιμοποιείται ως σύμβολο για όλους (άτομα ή θρησκείες) που επιδεικνύουν την ίδια συμπεριφορά ή νοοτροπία.

Μια μόνο αλήθεια ξέρει ο Καλβίνος — τη δική του. Αυτός είναι υπέρ του ή όλα ή τίποτα, ή απόλυτη εξουσία ή ολοκληρωτική παραίτηση. Ποτέ δεν θα κάνει συμβιβασμούς, γιατί είναι ζωτική γι’ αυτόν ανάγκη να ’χει δίκιο, μάλιστα σε τέτοιο σημείο, που δεν μπορεί να καταλάβει ή να αντιληφθεί ότι είναι δυνατό κ’ ένας αντίπαλος του να μην έχει άδικο. Δηλώνει κατά λέξη τα εξής, με τον τόνο της πιο ειλικρινούς πεποίθησης: «Ό,τι διδάσκω, το έχω απ’ το Θεό· μου το βεβαιώνει η συνείδηση μου». Μ’ ακλόνητη πεποίθηση βεβαιώνει πως ό,τι λέει,είναι η απόλυτη αλήθεια: «Ο Θεός μου έκανε τη χάρη να μου φανερώσει τι είναι καλό και τι είναι κακό». Ο δαιμονισμένος αυτός άνθρωπος θυμώνει τρομερά κάθε φορά που ένας άλλος τολμάει να εκφράσει μια γνώμη αντίθετη απ’ τη δική του. Η παραμικρότερη αντίρρηση του φέρνει ένα είδος νευρικής ταραχής, τον αρρωσταίνει, το στομάχι του συστέλλεται και βγάζει χολή· μπορεί ο αντίπαλος του να εκθέτει τα επιχειρήματα του με τον πιο σοβαρό κι αντικειμενικό τρόπο, όμως το γεγονός πως τόλμησε να σκεφτεί διαφορετικά απ’ αυτόν, τον Καλβίνο, τον παρουσιάζει στα μάτια του δικτάτορα σα θανάσιμο εχθρό του, κι ακόμα περισσότερο σαν εχθρό του Θεού. Αυτός ο άνθρωπος, που στην ιδιωτική του ζωή είναι υπερβολικά μετρημένος σ’ όλα, αποκαλεί φίδια που θέλουν να τον δαγκάσουν, σκυλιά που γαβγίζουν εναντίον του, τέρατα, κατεργάρηδες, όργανα του Διαβόλου, τους πιο διάσημους ουμανιστές και θεολόγους της εποχής του. Εκείνος που του φέρνει αντιρρήσεις, έστω και κατά τον πιο ακαδημαϊκό τρόπο, προσβάλλει τη «δόξα του Θεού» στο πρόσωπο του λειτουργού του· το να κατακρίνει κανείς τη θέλησή του να επιβληθεί είναι σα «ν’ απειλεί την Εκκλησία του Χριστού». Σ’ όλη τη ζωή αυτού του ανθρώπου, δεν του γεννήθηκε ούτε ένα λεπτό η αμφιβολία ότι μόνο αυτός είχε την ικανότητα να ερμηνεύει το λόγο του Θεού κι αυτός μόνο ήξερε την αλήθεια. Χάρη σ’ αυτήν όμως ακριβώς την απόλυτη βεβαιότητα, χάρη σ’ αυτή τη μεγαλειώδη μονομανία, πέτυχε ο Καλβίνος. Η ακλόνητη αυτή σταθερότητα, η σιδερένια αυτή ακαμψία, η πραγματικά απάνθρωπη, αποτελούν το μυστικό της επιτυχίας του. Γιατί εκείνο που χαρακτηρίζει έναν αρχηγό, είναι ακριβώς η απόλυτη πίστη προς τον εαυτό του κ’ η πεποίθηση ότι η αποστολή του είναι ιερή. Οι άνθρωποι, που η υποβολή έχει πάνω τους μεγάλη ισχύ, δεν υποτάσσονται ποτέ στους δίκαιους, μα στους μεγάλους μονομανείς, που δεν φοβούνται να διακηρύξουν ότι μόνο η δική τους αλήθεια είναι σωστή, κι ότι η θέλησή τους αποτελεί τη βασική αρχή των νόμων του κόσμου.

Stefan Zweig, Το δικαίωμα στην αίρεση: Καστελιόν εναντίον Καλβίνου, σελ. 27, 28.