About the apostolicity of the Symbolum / Περί της αποστολικότητας του Συμβόλου

 

What the symbolum taught authoritatively in any new case of doctrinal dispute was in fact only known conclusively after it had been decided which of the contending parties was the victorious one, and, consequently, was able to incorporate its own decision in the newly formulated wording of the formula of confession. Thus in reality the rule of faith was not a document of a definitively fixed and unchangeable tradition, but of one in the course of evolution and conceived in change. The assertion, that the tradition fixed in the symbolum was genuinely the “Apostolic”, proves itself, therefore, to be a gross fiction.

Martin Werner, The formation of Christian Dogma, p. 67.

Advertisements

About the heretical roots of the Catholic Church

Thus, notwithstanding all the rejection and calumniation of notable doctrinal innovations as heresies, foreign to the Church, even in the emergent Catholic Church itself, Christian doctrine was conceived in remodelled and new forms. This process of transformation, which continued through the centuries, in due course revealed itself impressively even in the paradoxical fate which befell heresy-hunting theologians of the early Catholic period. Many were stamped as heretics by the later Catholic Church or at least regarded by it, as old-fashioned eccentrics. In reality, if the newly developing Catholic Church be measured by the same rule by which it condemned other groups and tendencies as heretical, it is itself nothing other than a heresy, but certainly the most pregnant, which ultimately had driven triumphantly all others from the field. This victory it did not in the end even owe to the fact that it had simply fought the opposing heresies, but to the fact that it had taken over from them very positive and important suggestions, which it had then proceeded to convert after its own fashion to suitable means for its own new construction of doctrine.

Martin Werner, The formation of Christian Dogma, p. 51, 52.

PS: See also About the “monopoly” of truth throughout the centuries.

About “realised eschatology” / Περί της “πραγματοποιημένης εσχατολογίας”

This interpretation [of “realised eschatology“] would alone be feasible at the cost of the complete removal of every apocalyptic idea from the preaching of Jews about the Kingdom of God. But the message of Jesus has only to show agreement in one single characteristic element with the apocalyptic conception of the future Kingdom of God, and the proposition of a Kingdom of God being already realised in the present is rendered thereby completely problematic. For the apocalyptic Kingdom of God is the New Age of the supernatural consummation of the world, and this means a new world-order, which is realisable only through supernatural occurrences and it signifies the end of the existing natural world. According to the original Synoptic evidence, Jesus was in fact wholly at one with late-Jewish apocalyptic in this fundamental outlook.

It may fairly be asked what should the words of Jesus about a future “entering into the Kingdom” and a future “sitting at table in the Kingdom”, etc., mean, if the Kingdom of God did not signify a world-order and a form of material existence? Jesus spoke expressly of it as the “coming Age”, connecting it with those peculiar supernatural events through which the apocalyptic doctrine of the New Age would be realised—the Messianic affliction, the glorious Parousia of the “Son of Man” on the clouds of heaven, the General Resurrection of the dead, the eschatological World-Judgement, the overthrow of the daemonic powers, the transformation of all things, and the mode of existence of which the companions of the Son of Man were to partake in the Kingdom of God. Accordingly for Jesus the irruption of the Kingdom of God signified the end of the present natural world. And that meant in turn that, from his point of view, the Kingdom of God was not a present reality so long as these supernatural events of its final irruption remained unaccomplished. Indeed for Jesus there had been no “realised eschatology”.

***

Η μόνη περίπτωση επιβίωσης αυτής της ερμηνείας [τής «πραγματοποιημένης εσχατολογίας»] θα ήταν με κόστος την πλήρη απομάκρυνση κάθε αποκαλυπτικής ιδέας από το κήρυγμα των Ιουδαίων σχετικά με τη Βασιλεία του Θεού. Αλλά το άγγελμα του Ιησού έχει να επιδείξει αποκλειστική συμφωνία στο ένα και μοναδικό χαρακτηριστικό στοιχείο της αποκαλυπτικής αντίληψης περί της μελλοντικής Βασιλείας του Θεού, και η άποψη περί Βασιλείας του Θεού η οποία είναι ήδη πραγματοποιημένη στο παρόν καθίσταται κατά συνέπεια εντελώς προβληματική. Διότι η αποκαλυπτική Βασιλεία του Θεού είναι η Νέα Εποχή της υπερφυσικής συντέλειας του κόσμου, και αυτό σημαίνει μια νέα παγκόσμια τάξη, η οποία είναι πραγματοποιήσιμη μόνο μέσω υπερφυσικών συμβάντων και η οποία σημειώνει το τέλος του παρόντος φυσικού κόσμου. Σύμφωνα με την αυθεντική Συνοπτική μαρτυρία, ο Ιησούς ήταν στην πραγματικότητα σε απόλυτη συμφωνία με τον ύστερο ιουδαϊκό αποκαλυπτικισμό σε αυτή τη θεμελιώδη οπτική.

Θα μπορούσε δικαιολογημένα να τεθεί το ερώτημα: Τι σήμαιναν τα λόγια του Ιησού σχετικά με τη μελλοντική “είσοδο στη Βασιλεία” και το μελλοντικό “κάθισμα στο τραπέζι στη Βασιλεία”, κλπ, αν η Βασιλεία του Θεού δεν υποδήλωνε μια παγκόσμια τάξη και κάποιου είδους υλική ύπαρξη; Ο Ιησούς μίλησε συγκεκριμένα για αυτήν ώς τον “μέλλοντα Αιώνα/μελλοντική Εποχή”, συνδέοντάς την με εκείνα τα συγκεκριμένα υπερφυσικά γεγονότα μέσω των οποίων το αποκαλυπτικό δόγμα της Νέας Εποχής θα πραγματοποιούνταν—η μεσσιανική θλίψη, η ένδοξη Παρουσία του “Γιου του Ανθρώπου” στα σύννεφα του ουρανού, η Γενική Ανάσταση των νεκρών, η εσχατολογική Παγκόσμια Κρίση, η ανατροπή των δαιμονικών δυνάμεων, η μεταμόρφωση των πάντων, και ο τρόπος ύπαρξης με τον οποίο οι σύντροφοι του Γιου του Ανθρώπου πρόκειται να συμμετάσχουν στη Βασιλεία του Θεού. Επομένως για τον Ιησού η εισβολή της Βασιλείας του Θεού θα σημείωνε το τέλος του παρόντος φυσικού κόσμου. Και αυτό θα σήμαινε με τη σειρά του ότι, μέσα από τη δική του οπτική, η Βασιλεία του Θεού δεν ήταν μια παρούσα πραγματικότητα ενόσω αυτά τα υπερφυσικά γεγονότα της τελικής εισβολής της θα παρέμεναν ανολοκλήρωτα. Πράγματι, για τον Ιησού δεν υπήρξε κανενός είδους «πραγματοποιημένη εσχατολογία».

Martin Werner, The formation of Christian Dogma, p. 14.

Ελληνική μετάφραση του e-homoreligiosus.