Περί της αίρεσης

Αυτή η ανάρτηση προέκυψε λόγω της πολύ ενδιαφέρουσας συζήτησης που έγινε με τον αγαπητό Ιωάννη, και μπορεί να βρεθεί στα σχόλια της ανάρτησης About (claimed) apostolic succession.

Ταυτόχρονα, αποτελεί φόρο τιμής στον Καστελιόν.

***

Ο Καλβίνος, στην περίπτωση που μιλάμε, απάντησε απ’ την αρχή καταφατικά, και χρειάζεται τώρα να δικαιολογήσει την πράξη του, και φυσικά τα επιχειρήματά του, για ν’ αποδείξει ότι καταδίκασε τον Σερβέ έπειτα από «θεία επιταγή», τα παίρνει απ’ τη Βίβλο. Αναζητεί στην Παλιά Διαθήκη (γιατί τα Ευαγγέλια μιλούν πολύ για την αγάπη που πρέπει να ’χουμε για τους εχθρούς μας) περιπτώσεις που εκτελέστηκαν αιρετικοί, μα δεν βρίσκει τίποτα το πειστικό, γιατί η Βίβλος αγνοούσε εντελώς την έννοια της αίρεσης, κ’ ήξερε μόνο την έννοια της «βλασφημίας». Μα ο Σερβέ, που από μέσα απ’ τις φλόγες επικαλούνταν το Θεό, δεν υπήρξε ποτέ άθεος. Ωστόσο όμως ο Καλβίνος, που στηρίζεται πάντα στη Βίβλο, δηλώνει ότι αποτελεί «ιερό» καθήκον η εξόντωση των αιρετικών — όπως είναι ένοχος ο κοινός θνητός που δεν εξεγείρεται όταν το σπίτι του μολύνεται απ’ τη λατρεία των ειδώλων κ’ ένας απ’ τους δικούς του ορθώνεται ενάντια στο Θεό, έτσι είναι ένοχος, και μάλιστα διπλά ένοχος, ο ηγεμόνας που κλείνει τα μάτια του και δεν βλέπει τα βέλη που εκτοξεύονται ενάντια στη θρησκεία. Η εξουσία του δόθηκε για να υπερασπίσει την «τιμή του Θεού» — κάθε πράξη που γίνεται από θρησκευτικό ζήλο, είναι απ’ τα πριν δικαιολογημένη. Σύμφωνα με τον Καλβίνο, η συγγένεια δεν έχει καμιά σημασία, όταν αγωνίζεται κανείς για την υπεράσπιση της ορθόδοξης, της αληθινής πίστης. Δεν πρέπει να χαρίζεται κανείς ούτε στους γονείς του, όταν ο Σατανάς τους έχει ωθήσει ν’ απαρνηθούν την «αληθινή» θρησκεία: «Για να τιμήσει κανείς όσο οφείλει το Θεό, πρέπει ν’ αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στην εξυπηρέτησή του, ν’ απαρνηθεί τα πάντα, και να πνίξει κάθε ανθρωπιστικό αίσθημα, όταν πρόκειται ν’ αγωνιστεί για τη δόξα του». Λόγια φοβερά, που δείχνουν σε τι βαθμό μπορεί τα τυφλώσει τον άνθρωπο ο φανατισμός! Ο Καλβίνος λέει με τρομερή σκληρότητα, πως μονάχα εκείνος που σκοτώνει μέσα του κάθε ανθρωπιστικό συναίσθημα, χάρη στο «δόγμα», εκείνος που είναι έτοιμος να παραδώσει τη γυναίκα του και τα παιδιά του, τ’ αδέλφια του και τους φίλους του στην Ιερά Εξέταση, αν διαφωνούν σ’ ένα οποιοδήποτε σημείο με την Ιερά Σύνοδο, αυτός μονάχα είναι ευσεβής.

***

Ο Καστελιόν αναπτύσσει τη θέση του με ψυχρή, καθάρια κι ατράνταχτη λογική. Το ζήτημα είναι: πρέπει να καταδιώκονται οι αιρετικοί και να τους επιβάλλεται η θανατική ποινή για ένα έγκλημα καθαρά πνευματικό; Σ’ αυτό το ερώτημα ο Καστελιόν προτάσσει ένα άλλο — τι είναι στην πραγματικότητα ο αιρετικός; Ποιον μπορεί κανείς να ονομάσει έτσι, χωρίς να διαπράξει μια αδικία; «Γιατί δεν πιστεύω», λέει, «πως όλοι αυτοί που αποκαλούνται αιρετικοί, είναι πραγματικά αιρετικοί. Ο χαρακτηρισμός αυτός είναι σήμερα τόσο απαίσιος, τόσο φριχτός, τόσο μισητός, που αν θέλει κανείς να καταδικαστεί ο εχθρός του σε θάνατο, δεν έχει παρά να τον κατηγορήσει για αιρετικό». Ο Καστελιόν όμως δεν θέλει να κρίνει απ’ αυτή την άποψη. Ξέρει πως κάθε εποχή διαλέγει μια ομάδα δυστυχισμένων, που πάνω τους ξεσπάει όλο το μίσος που η εποχή αυτή έχει συσσωρεύσει. Πάντα, μια πιο ισχυρή ομάδα βάζει στο μάτι είτε για τη θρησκεία της, είτε για το χρώμα που έχει το δέρμα της, είτε για τη ράτσα της, την καταγωγή της, το κοινωνικό της ιδεώδες, ή τις φιλοσοφικές της αντιλήψεις, μια πιο μικρή και πιο αδύναμη, πάνω στην οποία βιάζεται να ρίξει όλες τις καταστρεπτικές δυνάμεις που λαγοκοιμούνται μέσα της. Μπορεί τα συνθήματα και οι δικαιολογίες ν’ αλλάζουν, μα οι μέθοδοι της συκοφαντίας, του εξευτελισμού, της καταστροφής, μένουν οι ίδιες. Ο διανοούμενος όμως δεν πρέπει ποτέ να τυφλώνεται απ’ τα λόγια του μίσους και ν’ αφήνει τον εαυτό του να παρασύρεται απ’ τη σφοδρότητα των ομαδικών ενστίκτων· πρέπει κάθε φορά ν’ αναζητάει το ορθό με ψυχραιμία και πνεύμα δικαιοσύνης γι’ αυτό κι ο Καστελιόν αρνείται να εκφράσει οποιαδήποτε γνώμη για το ζήτημα των αιρετικών, πριν συλλάβει εντελώς την έννοια της λέξης αιρετικός. Μα τι είναι αλήθεια ο αιρετικός; Ο Καστελιόν το αναρωτιέται διαρκώς. Κ’ επειδή ο Καλβίνος στηρίζεται στη Βίβλο σαν το μόνο κείμενο που έχει αξία, τη μελετάει σελίδα σελίδα. Μα δεν βρίσκει σ’ αυτή μήτε τη λέξη αιρετικός, μήτε την έννοιά της. Η Αγία Γραφή μιλάει για κείνους που περιφρονούν το Θεό, και για την ανάγκη της τιμωρίας τους, μα ο αιρετικός δεν είναι αναγκαστικά — το απόδειξε η περίπτωση Σερβέ — περιφρονητής του Θεού. Αντίθετα μάλιστα, αυτοί που χαρακτηρίζονται σαν αιρετικοί, και ιδίως οι αναβαπτιστές, ισχυρίζονται ακριβώς ότι είναι οι μόνοι πραγματικοί χριστιανοί. Κι αν πάρει κανείς υπόψη του ότι ποτέ δεν χαρακτηρίζεται σαν αιρετικός ένας Τούρκος, ένας Εβραίος, ένας ειδωλολάτρης, η αίρεση είναι ένα έγκλημα που έχει σχέση μόνο με το χριστιανισμό. Μπορεί λοιπόν κανείς να βγάλει το συμπέρασμα ότι αιρετικοί είναι εκείνοι που, μολονότι χριστιανοί, δεν πρεσβεύουν τον «αληθινό» χριστιανισμό. Κι αφού καθορίστηκε η πραγματική έννοια του αιρετικού, γεννιέται το ερώτημα: Ποιος είναι ο «αληθινός» χριστιανισμός; Απ’ τις πολλές ερμηνείες του λόγου του Θεού, ποια είναι η σωστή; Των καθολικών, των Λουθηριανών, των Ζβιγλιανών, των αναβαπτιστών, των ουνιτών, των Καλβινιστών; Υπάρχει απόλυτη βεβαιότητα στα ζητήματα της θρησκείας; Είναι πάντα σαφές το κείμενο των Αγίων Γραφών; Αντίθετα απ’ τον Καλβίνο, ο Καστελιόν έχει το θάρρος ν’ απαντήσει μετριόφρονα — όχι. Βλέπει στην Αγία Γραφή και κατανοητά κι ακατανόητα πράγματα. «Οι θρησκευτικές αλήθειες», γράφει, «είναι από φυσικού τους μυστηριώδεις, κι αποτελούν ακόμα, έπειτα από χίλια χρόνια και πάνω, το αντικείμενο μιας αδιάκοπης πάλης, στην οποία το αίμα δεν θα πάψει να ρέει, αν η αγάπη δεν φωτίσει τα πνεύματα και δεν πει την τελευταία λέξη…». Οποιοσδήποτε ερμηνεύει το λόγο του Θεού, μπορεί να γελαστεί και να κάνει σφάλματα, γι’ αυτό πρέπει ο καθένας να σέβεται τη γνώμη του άλλου. «Αν δεν υπήρχαν ασαφή πράγματα, θα μπορούσαν εύκολα να συμφωνήσουν πάνω σε όλα οι χριστιανοί, μα εφόσον όλα είναι σκοτεινά, θα ’πρεπε οι χριστιανοί να μην καταδικάζουν ο ένας τον άλλον. Αν είμαστε πιο σοφοί απ’ τους ειδωλολάτρες, ας είμαστε επίσης και πιο καλοί και πιο μεγαλόψυχοι απ’ αυτούς». Ο Καστελιόν προχώρησε εδώ περισσότερο στην έρευνά του — αιρετικός είναι εκείνος που, ενώ αναγνωρίζει τους θεμελιώδεις νόμους της χριστιανικής θρησκείας, δεν αναγνωρίζει τη μορφή αυτής της θρησκείας που έχει επιβληθεί στη χώρα του. Η αίρεση επομένως δεν είναι απόλυτη έννοια, αλλά σχετική. Για τον καθολικό, ο Καλβινιστής είναι αιρετικός, όπως και ο αναβαπτιστής για τον Καλβινιστή· ο ίδιος άνθρωπος που θεωρείται στη Γαλλία καλός χριστιανός, στη Γενεύη θεωρείται αιρετικός, και αντίθετα. Ένας που κάηκε ζωντανός σε μια χώρα σαν εγκληματίας, θεωρείται μάρτυρας στη γειτονική χώρα. «Αν», δηλώνει ο Καστελιόν, «σ’ αυτή την πόλη ή περιοχή, θεωρείσαι καλός χριστιανός, στην πάρα κάτω θα θεωρηθείς αιρετικός. Αν θέλει επομένως κανείς να ζήσει σήμερα, πρέπει να ’χει τόσες πίστες και τόσες θρησκείες, όσες πόλεις ή αιρέσεις υπάρχουν». Και καταλήγει σ’ αυτή την τολμηρή διαπίστωση: «Αιρετικός είναι εκείνος που δεν συμφωνεί με τη γνώμη μας». Αυτό φαίνεται κοινοτοπία. Μα όταν το λέει κανείς ανοιχτά, τότε είναι πρωτόφαντη πράξη θάρρους». Γιατί είναι σα να διακηρύττει, ενάντια σε μια ολόκληρη εποχή, στους ηγεμόνες της και στους παπάδες της, καθολικούς και λουθηρανούς ότι η δίωξη των αιρετικών είναι παραλογισμός, εγκληματική τρέλα. Ότι άδικα βασανίζονται, κρεμιούνται πνίγονται, καίγονται οι χιλιάδες αυτοί άνθρωποι, γιατί δεν διέπραξαν κανένα έγκλημα ενάντια στο Θεό κ’ ενάντια στο Κράτος· δεν απομακρύνθηκαν απ’ τους άλλους μέσα στο πραγματικό πλαίσιο της πράξης, μα μόνο μέσα στο ιδανικό πλαίσιο της σκέψης. Ποιος λοιπόν έχει το δικαίωμα να γίνει δικαστής των σκέψεων του άλλου, και να χαρακτηρίσει σαν έγκλημα κοινού Δικαίου τις προσωπικές του αντιλήψεις; Μήτε το Κράτος, μήτε κανένας άλλος. Το Κράτος μπορεί ν’ απαιτήσει απ’ τους πολίτες του να σέβονται την εξωτερική και πολιτική τάξη. Κάθε όμως ανάμιξη, οποιασδήποτε αρχής, στον τομέα των ηθικών και θρησκευτικών αντιλήψεων (θα προσθέταμε σήμερα φιλολογικών) όσον καιρό δεν αποτελούν αυτές επαναστατική εκδήλωση ενάντια στο Κράτος, είναι ασυγχώρητη προσβολή των απαράγραπτων δικαιωμάτων του ατόμου. Κανένας δεν είναι υπόλογος απέναντι στις Κρατικές αρχές για τις πεποιθήσεις του, «γιατί ο καθένας θα δώσει λόγο για τον εαυτό του στο Θεό». Οι προσωπικές αντιλήψεις δεν ανήκουν στη δικαιοδοσία των κρατικών οργάνων. Γιατί λοιπόν αυτό το μένος ενάντια σε κείνους που οι πεποιθήσεις τους διαφέρουν απ’ τις κρατικές αντιλήψεις, γιατί οι αδιάκοπες αυτές εκκλήσεις για την επέμβαση του Κράτους, γιατί αυτό το θανάσιμο μίσος; Χωρίς συμφιλιωτικό πνεύμα δεν μπορεί να υπάρξει πραγματικός ανθρωπισμός, γιατί μόνο «αν κυβερνούσαμε έτσι, θα μπορούσαμε να ζήσουμε μαζί ειρηνικά, κι αν είχαμε άλλες διαφορές, τουλάχιστον θα υπήρχε μεταξύ μας αμοιβαία αγάπη, που αποτελεί τη βάση της ειρήνης, ως ότου φτάσουμε στην ταυτότητα της πίστης». Την ευθύνη επομένως για τις τρομερές αυτές σφαγές, για τους βάρβαρους αυτούς διωγμούς, που ατιμάζουν την ανθρωπότητα, δεν την έχουν τα ελεύθερα πνεύματα, τα θύματα. Ο μόνος, ο αιώνιος υπεύθυνος για την εγκληματική αυτή τρέλα, για την αναταραχή του κόσμου μας, είναι, για τον Καστελιόν, όπως και για τον Έρασμο, ο φανατισμός, η μισαλλοδοξία των ιδεολόγων, που θέλουν να επιβάλλουν με κάθε μέσο τις ιδέες τους, τη θρησκεία τους. Καταγγέλλει αλύπητα τον τρελό αυτόν εγωισμό: «Όντας οι άνθρωποι ξιπασμένοι μ’ αυτή την επιστήμη ή μάλλον μ’ αυτή τη στραβή αντίληψη περί επιστήμης, περιφρονούν τους άλλους και σα συνέχεια έρχονται οι διωγμοί και τα βασανιστήρια, και κανένας δεν μπορεί ν’ ανεχθεί τον άλλον, που έχει διαφορετικές ιδέες απ’ τις δικές του, σα να μην υπήρχαν σήμερα τόσες αντιλήψεις όσες και άνθρωποι. Δεν υπάρχει πάντως θρησκευτικό ή φιλοσοφικό σύστημα, που να μην καταδικάζει όλα τ’ άλλα και να μη θέλει να βασιλέψει μόνο του. Και σαν συνέπεια σ’ αυτό το γεγονός είναι οι προγραφές, οι φυλακίσεις, οι εξορίες, τα βασανιστήρια, οι εκτελέσεις». Η μισαλλοδοξία «κάνει τον άνθρωπο αφάνταστα σκληρό· μπορεί να σιγοψήσει ζωντανό, πάνω στη φωτιά, τον καταδικασμένο σε θάνατο για τις πεποιθήσεις του, και να μην αφήσει να τον στραγγαλίσουν πριν τον ανεβάσουν πάνω στην πυρά». Μόνο η ανεξιθρησκία, λέει ο Καστελιόν, μπορεί να προφυλάξει την ανθρωπότητα από τέτοιες βαρβαρότητας. Στον κόσμο υπάρχει θέση για πολλές αλήθειες, κι αν ήθελαν’ οι άνθρωποι, θα μπορούσαν να ζήσουν αρμονικότατα. «Πρέπει ο ένας ν’ ανέχεται τον άλλον, και να μην καταδικάζει την πίστη κανενός». Τότε θα γίνει περιττό το άγριο αυτό κυνήγι των αιρετικών, κι ανώφελος κάθε διωγμός ανθρώπων για τις αντιλήψεις τους. Κ’ ενώ ο Καλβίνος προτρέπει τους ηγεμόνες να χρησιμοποιήσουν τη ρομφαία για να εξοντώσουν αλύπητα τους αιρετικούς, ο Καστελιόν τους λέει: «Μην ακούτε εκείνους που σας παροτρύνουν να κάνετε μια δολοφονία, γιατί δεν θα ’ναι κοντά σας για να σας υπερασπιστούν όταν θα δίνετε λόγο στο Θεό. Θα ’ναι αρκετά απασχολημένοι με τη δική τους υπεράσπιση. Πιστέψτε με, αν ο Χριστός ήταν εδώ, δεν θα σας συμβούλευε ποτέ να σκοτώσετε εκείνους που καθομολογούν πίστη σ’ αυτόν, ακόμα κι αν απατώνται σε ορισμένες λεπτομέρειες ή ακολουθούν σφαλερούς δρόμους…»

Stefan Zweig, Καστελιόν και Καλβίνος. Το Δικαίωμα στην Αίρεση.

Advertisements

About the “monopoly of truth” throughout the centuries / Περί του «μονοπωλίου της αλήθειας» ανά τους αιώνες.

This post is not targeted against Calvin. Calvin is used as a symbol for all (individuals or religions) that depict the same attitude and mentality.

He never understood the meaning of a middle course. For him there existed but one course-his own. All or nothing; he must have supreme authority or renounce his whole claim. Never would he compromise, being so absolutely convinced of the rightness of Jehan Calvin’s standpoint that he simply could not conceive an opponent might believe in the rightness of another cause, and from a different point of view be as right as Master Calvin. It became an axiom for the latter that his business was to teach and other people’s business was to learn. With perfect sincerity and imperturbable conviction, he announced: “I have from God what I teach, and herein my conscience fortifies me. ” Possessing terrific and sinister self-assurance, he compared his own views with absolute truth, and said:”Dieu m’a fait la grace de declarer ce qu’est bon et mauvais” -(God has been gracious enough to reveal unto me good and evil). Yet again and again this man, who suffered from a sort of demoniacal possession by his own self, grew em bittered and was genuinely outraged when another person with equal confidence maintained a contrary opinion. Dissent brought on in Calvin a nervous paroxysm. His mental sensibility affected the workings of his body. When he was crossed, his stomach revolted and he vomited bile. The antagonist might offer the most reasonable objections. That mattered nothing to Calvin, who was concerned only with the fact that another ventured to hold different views, and must consequently be regarded as an enemy, not only of Jehan Calvin, but of the world at large, and of God him self. “Hissing serpents,” “barking dogs,” “beasts,” “rascals,” “Satan’s spawn”-such were the names showered in private life by this overwrought and arrogant man upon the leading humanists and theologians of his day. To differ from Calvin was to detract from “God’s honour” in the person of His servant. Even if the difference was purely academic, the “Church of Christ was threatened” as soon as anyone ventured to declare that the preacher of St. Pierre was dictatorially minded. So far as Calvin was concerned, what he meant by argument was that the other party to it must admit himself to have been wrong and must come over to Calvin’s side. Throughout life this man, who in other respects showed so much clear-sightedness, was never able to doubt that he alone was competent to interpret the word of God, and that he alone possessed the truth. But thanks to this overweening self-confidence, thanks to this prophetic exaltation, to this superb monomania, Calvin was able to hold his own in actual life. It was to a petrified imperturbability, to an icy and inhuman rigidity, that he owed his victory on the political stage. Nothing but such an intoxication with the self, nothing but so colossally limited a self-satisfaction, makes a man a leader in the domain of universal history. People are prone to accept suggestion, not when it comes from the patient and the righteous, but from monomaniacs who proclaim their own truth as the only possible truth, and their own will as the basic formula of secular law.

Stefan Zweig, The Right to Heresy: Castellio Against Calvin.

***

Αυτή η ανάρτηση δεν στρέφεται κατά του Καλβίνου. Ο Καλβίνος χρησιμοποιείται ως σύμβολο για όλους (άτομα ή θρησκείες) που επιδεικνύουν την ίδια συμπεριφορά ή νοοτροπία.

Μια μόνο αλήθεια ξέρει ο Καλβίνος — τη δική του. Αυτός είναι υπέρ του ή όλα ή τίποτα, ή απόλυτη εξουσία ή ολοκληρωτική παραίτηση. Ποτέ δεν θα κάνει συμβιβασμούς, γιατί είναι ζωτική γι’ αυτόν ανάγκη να ’χει δίκιο, μάλιστα σε τέτοιο σημείο, που δεν μπορεί να καταλάβει ή να αντιληφθεί ότι είναι δυνατό κ’ ένας αντίπαλος του να μην έχει άδικο. Δηλώνει κατά λέξη τα εξής, με τον τόνο της πιο ειλικρινούς πεποίθησης: «Ό,τι διδάσκω, το έχω απ’ το Θεό· μου το βεβαιώνει η συνείδηση μου». Μ’ ακλόνητη πεποίθηση βεβαιώνει πως ό,τι λέει,είναι η απόλυτη αλήθεια: «Ο Θεός μου έκανε τη χάρη να μου φανερώσει τι είναι καλό και τι είναι κακό». Ο δαιμονισμένος αυτός άνθρωπος θυμώνει τρομερά κάθε φορά που ένας άλλος τολμάει να εκφράσει μια γνώμη αντίθετη απ’ τη δική του. Η παραμικρότερη αντίρρηση του φέρνει ένα είδος νευρικής ταραχής, τον αρρωσταίνει, το στομάχι του συστέλλεται και βγάζει χολή· μπορεί ο αντίπαλος του να εκθέτει τα επιχειρήματα του με τον πιο σοβαρό κι αντικειμενικό τρόπο, όμως το γεγονός πως τόλμησε να σκεφτεί διαφορετικά απ’ αυτόν, τον Καλβίνο, τον παρουσιάζει στα μάτια του δικτάτορα σα θανάσιμο εχθρό του, κι ακόμα περισσότερο σαν εχθρό του Θεού. Αυτός ο άνθρωπος, που στην ιδιωτική του ζωή είναι υπερβολικά μετρημένος σ’ όλα, αποκαλεί φίδια που θέλουν να τον δαγκάσουν, σκυλιά που γαβγίζουν εναντίον του, τέρατα, κατεργάρηδες, όργανα του Διαβόλου, τους πιο διάσημους ουμανιστές και θεολόγους της εποχής του. Εκείνος που του φέρνει αντιρρήσεις, έστω και κατά τον πιο ακαδημαϊκό τρόπο, προσβάλλει τη «δόξα του Θεού» στο πρόσωπο του λειτουργού του· το να κατακρίνει κανείς τη θέλησή του να επιβληθεί είναι σα «ν’ απειλεί την Εκκλησία του Χριστού». Σ’ όλη τη ζωή αυτού του ανθρώπου, δεν του γεννήθηκε ούτε ένα λεπτό η αμφιβολία ότι μόνο αυτός είχε την ικανότητα να ερμηνεύει το λόγο του Θεού κι αυτός μόνο ήξερε την αλήθεια. Χάρη σ’ αυτήν όμως ακριβώς την απόλυτη βεβαιότητα, χάρη σ’ αυτή τη μεγαλειώδη μονομανία, πέτυχε ο Καλβίνος. Η ακλόνητη αυτή σταθερότητα, η σιδερένια αυτή ακαμψία, η πραγματικά απάνθρωπη, αποτελούν το μυστικό της επιτυχίας του. Γιατί εκείνο που χαρακτηρίζει έναν αρχηγό, είναι ακριβώς η απόλυτη πίστη προς τον εαυτό του κ’ η πεποίθηση ότι η αποστολή του είναι ιερή. Οι άνθρωποι, που η υποβολή έχει πάνω τους μεγάλη ισχύ, δεν υποτάσσονται ποτέ στους δίκαιους, μα στους μεγάλους μονομανείς, που δεν φοβούνται να διακηρύξουν ότι μόνο η δική τους αλήθεια είναι σωστή, κι ότι η θέλησή τους αποτελεί τη βασική αρχή των νόμων του κόσμου.

Stefan Zweig, Το δικαίωμα στην αίρεση: Καστελιόν εναντίον Καλβίνου, σελ. 27, 28.