About Lot’s wife / Περί της γυναίκας του Λωτ

If someone is unable to admit this incident as a miracle, there is a more “natural” interpretation. Read the following excerpt:The critic loves to portray the incident of Genesis 19:26 as if the text suggests that by some magical metamorphosis, Lot’s wife underwent an alchemical change and became salt as a punishment. After the discoveries of perfectly preserved human forms at Pompeii and Herculaneum, it is difficult to believe that Critics cannot understand that any individual who dallied as did Lot’s wife, so close to a scene of catastrophic destruction which must have resembled very closely the late of the two Roman cities just mentioned, would be in very real danger of becoming overwhelmed by debris akin to burning volcanic ash, and thus becoming entombed wherever he or she collapsed or slumped against a rock, cliff, or tree. Afterwards, given the environment, such an ash-covered human form could very readily become encrusted with a very heavy deposit of salt. Keill and Delitzsch comment, “We are not to suppose that she [Lot’s wife] was actually turned into [a pillar of salt], but having been killed by the fiery and sulphurous vapour with which the air was filled, and afterwards encrusted with salt, she resembled an actual statue of salt; just as even now, from the saline exhalation of the Dead Sea, objects near it are quickly covered with a crust of salt.”[1]

The authors of the book Volcanoes,[2] make the point that, purely, from an archaeological point of view, burning volcanic ash is the very best type of preservative known to man. Erich Lessing and Antonin Varone in their book Pompeii,[3] cite as an example of the instantaneous ‘freezing’ of the forms adopted by men and women acting in the most desperate of circumstances, a preserved family group, overwhelmed at the instant at which a dying man was attempting to surrender a very small child to a woman, whose arms were fully outstretched in an attempt to receive it. This pathetic and profoundly moving find illustrates perfectly how overwhelming the descent of burning ash may be.

[1] Garrett, Duane, Rethinking Genesis: The Sources and Authorship of the First Book of the Bible, Fearn, Ross-Shire, Cristian Focus Publications, 2000, σελ. 236.

[2] Fisher, Richard, Heiken, Grant & Hulen, Jeffrey, Volcanoes: Crucible Of Change, Princeton, New Jersey, Princeton University Press, 1997, Σελ. 247.

[3] Lessing, Erich and Varone, Antonio, Pompeii, Paris, Terrail, 1996, σελ. 14, 15.

Εάν κάποιος αδυνατεί να παραδεχτεί αυτό το περιστατικό ως θαύμα, υπάρχει και πιο «φυσική» ερμηνεία. Διαβάστε το παρακάτω απόσπασμα:Οι κριτικοί λατρεύουν το να παρουσιάζουν το περιστατικό του Γένεσης 19:26 ωσάν το κείμενο να υπονοεί ότι μέσω κάποιας μαγικής μεταμόρφωσης, η γυναίκα του Λωτ υπεβλήθει σε μια αλχημιστική αλλαγή και έγινε αλάτι σαν τιμωρία. Μετά την ανακάλυψη τέλεια διατηρημένων ανθρώπινων μορφών στην Πομπηία και στο Herculaneum, είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι οι Κριτικοί δεν μπορούν να κατανοήσουν το γεγονός ότι οποιοσδήποτε «ερωτοτροπεί», όπως έκανε η γυναίκα του Λωτ, από τόσο κοντά με μια τέτοια μεγάλη καταστροφή η οποία πρέπει να έμοιαζε πάρα πολύ με τη μοίρα των δύο Ρωμαϊκών πόλεων οι οποίες μόλις αναφέρθηκαν, θα βρισκόταν αντιμέτωπος με τον πολύ πραγματικό κίνδυνο να καταπλακωθεί από συντρίμμια που έμοιαζαν με φλεγόμενη ηφαιστειακή στάχτη, και κατά συνέπεια να θάφτει οποτεδήποτε θα κατέρρεε ή θα σκόνταφτε σε μια πέτρα, σε ένα δέντρο, κτλ. Στη συνέχεια, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες του περιβάλλοντος, μια τέτοια καταπλακωμένη ανθρώπινη μορφή πολύ εύκολα θα μπορούσε να καλυφτεί με μια πολύ παχιά κρούστα αλατιού. Ο Keil και ο Delitzsch σχολιάζουν: «Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να υποθέσουμε ότι η γυναίκα του Λωτ μεταμορφώθηκε στην πραγματικότητα σε μια στήλη άλατος, αλλά έχοντας θανατωθεί από τις καυτές και θειούχες αναθυμιάσεις με τις οποίες ήταν γεμάτη η ατμόσφαιρα, και στη συνέχεια αφού απέκτησε αυτή την κρούστα από αλάτι, έμοιαζε με ένα πραγματικό άγαλμα από αλάτι· ακριβώς όπως τώρα, λόγω των αλατούχων αναθυμιάσεων της Νεκρής Θάλασσας, αντικείμενα κοντά της γρήγορα επικαλύπτονται με μια κρούστα αλατιού».[1]

Οι συγγραφείς του βιβλίου με τίτλο Volcanoes[2], παρουσιάζουν την άποψη ότι, αμιγώς από την αρχαιολογική σκοπιά, η φλεγόμενη ηφαιστειακή στάχτη είναι το καλύτερο συντηρητικό που είναι γνωστό στον άνθρωπο. Οι Erich Lessing και Antonio Varone στο βιβλίο τους με τίτλο Pompeii,[3] ως παράδειγμα του στιγμιαίου «παγώματος» των μορφών που παίρνουν κάποιοι άνθρωποι κάτω από τις πλέον απελπιστικές καταστάσεις, αναφέρουν μια διατηρημένη οικογένεια, η οποία καταπλακώθηκε τη στιγμή που ο ετοιμοθάνατος άντρας προσπαθούσε να δώσει ένα πολύ μικρό παιδί σε μια γυναίκα, της οποίας τα χέρια βρίσκονταν σε πλήρη έκταση καθώς προσπαθούσε να το πιάσει. Αυτό το θλιβερό και βαθύτατα συγκινητικό εύρημα απεικονίζει με τέλειο τρόπο το ποσό ξαφνικά σαρωτική μπορεί να είναι η κάθοδος της ηφαιστειακής σταχτής.

[1] Garrett, Duane, Rethinking Genesis: The Sources and Authorship of the First Book of the Bible, Fearn, Ross-Shire, Cristian Focus Publications, 2000, σελ. 236.

[2] Fisher, Richard, Heiken, Grant & Hulen, Jeffrey, Volcanoes: Crucible Of Change, Princeton, New Jersey, Princeton University Press, 1997, Σελ. 247.

[3] Lessing, Erich and Varone, Antonio, Pompeii, Paris, Terrail, 1996, σελ. 14, 15.

M. W. J. Phelan,  The Inspiration of the Pentateuch or The Graf-Wellhausen Fallacy, σελ. 283, 284.

On the “concealment” by Christ of his identity as the Messiah / Περί της «απόκρυψης» εκ μέρους του Χριστού, της ταυτότητάς του ως Μεσσία

Για ποιο λόγο απέφευγε ο Ιησούς στην αρχή της διακονίας του να φανερώνει απερίφραστα ότι αυτός ήταν ο αναμενόμενος Μεσσίας; Ο John Locke απαριθμεί τρεις λόγους–αιτίες:

(Α) Οι Γραμματείς και Φαρισαίοι θα εμπόδιζαν την επιτέλεση της διακονίας του αν διατυμπάνιζε εξ αρχής ότι είναι ο Μεσσίας.

(B) Οι Ρωμαίοι δεν θα ανέχονταν κάποιο ανταγωνιστή βασιλιά και συνεπώς θα τον συλλάμβαναν πριν κατορθώσει να εκπληρώσει τη διακονία του.

(Γ) Οι Ιουδαίοι υπήκοοι θα τον άρπαζαν για να τον κάνουν βασιλιά (όπως και προσπάθησαν να κάνουν) και έτσι θα παρεμπόδιζαν και πάλι το έργο του.

Why did Jesus avoid revealing unequivocally that he was the promised Messiah at the beginning of his ministry? John Locke lists three reasons:

(A) The Scribes and Pharisees would impede his ministry if Jesus revealed at the outset that He was the Messiah.

(B) The Romans would not tolerate a rival king and therefore would arrest him before He managed to fulfill his ministry.

(C) The Jews would snatch him to make him king (as they did try to do) and so would hold back his ministry.

John Locke, The Reasonableness of Christianity, 23ff.

About the date of composition and the background of the Second Epistle of Peter / Περί του χρόνου συγγραφής και του υποβάθρου της Δεύτερης Επιστολής του Πέτρου

As a result of the Qumran discoveries it is now no longer necessary to assign the Second Epistle of Peter to a date in the middle of the second century A.D., as has long been maintained by critical scholars.* The closeness of its phraseology and thought to that of the Essenes and similar sects which flourished at the beginning of the Christian era indicates quite clearly that the Epistle proceeded strictly from a Palestinian Jewish milieu. Indeed, the emphasis upon the true way, light in the midst of darkness, brotherly love, true and false teachers, and the destruction of the world by fire, is distinctly reminiscent of the Qumran writings, and shows little if any contact with Hellenistic thought.

* E.g., A. S. Peake, A Critical Introduction to the New Testament (1910), p. 99.; F. B. Clogg, An Introduction to the New Testament (1937), p. 172.; R. Heard, An Introduction to the New Testament (1950), p. 219.; A. H. McNeile, An Introduction to the Study of the New Testament (1955 ed.), pp. 247 ff.

R. K. Harrison, Archaeology of the New Testament, σελ. 81.

About kindness / Περί καλοσύνης

According to the ancient rabbis: “We are required to feed the poor of the gentiles as well as our Jewish brethren…”

No one is exempt from obligations to his fellow men. The Talmud informs us that “even one whom the community supports must give to the poor”.

It is interesting to note that, in Jewish tradition, kindness to animals is the purest form of goodness because it is done without any hope of reward.

Leo Rosten, Religions of America, σελ. 144.

What is the meaning of Romans 8:28 (τοῖς ἀγαπῶσι τὸν θεὸν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν)? / Ποια είναι η σημασία του Ρωμαίους 8:28 (τοῖς ἀγαπῶσι τὸν θεὸν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν);

The clause reading τοῖς ἀγαπῶσι τὸν θεὸν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν can be translated in two major ways (see the “Notes on the Text and Translation” concerning the presence or absence of ό θεός), depending on how one construes the syntax and makes a choice concerning the subject. Grammatically it is possible that the subject is πάντα, taking it to be the neuter nominative plural of πάν. That is possible, because a neuter nominative plural noun takes a third person singular verb (which συνεργεί [“works together”] is). On the other hand, it is possible that πάντα is a neuter accusative plural. In that case, it could be an accusative of respect, and the subject of the clause would then be “he” (meaning “God”). Modern translations go in both directions. Those in the former group include:
KJV: “And we know that all things work together for good to them that love God.”
ASV: “And we know that to them that love God all things work together for good.”
NAB: “We know that all things work for good for those who love God.”
NRSV: “We know that all things work together for good for those who love God.”
NET: “And we know that all things work together for good for those who love God.”
ESV: “And we know that for those who love God all things work together for good.”
Those in the latter group (some of which insert “God” for clarification) include:
RSV: “We know that in everything God works for good with those who love him.”
NEB: “And in everything, as we know, he cooperates for good with those who love God.”
NIV: “And we know that in all things God works for the good of those who love him.”
NASV: “And we know that God causes all things to work together for good to those who love God.”
The latter course is to be preferred. The primary reason for that is that “he” (= “God”) is the subject of verses both prior to and after this one (8:27; 8:29-30). One can expect that “he” would be the subject of this clause as well. Those ancient scribes who added ό θεός as the subject must have sought to clarify the sentence, which the translators of the RSV and NIV did as well, making similar judgments. And even though it has been said that the difference in meaning is not great, since either reading expresses confidence in the sovereignty of God, there is actually a profound difference. In the first instance, Paul is saying that everything works out well for those who love God. This has the ring of the optimism of modern times, although it need not, for it could mean that all that one endures (even suffering) works together for a good outcome, which could include final salvation. Still, in the final analysis, the “all” then appears to transpire for good with or without God’s involvement. In the second instance, however, Paul is saying that God works for the good of all who love him in every conceivable situation. Whatever one faces (including suffering), God is present and active to work for a good outcome, which may well be realized only eschatologically in final salvation, but ultimately the promise is sure. That perspective coheres theologically with the rest of this section (8:18-30), which sees suffering — both on the part of humans and of the rest of creation — in light of eschatological hope.

Arland J. Hultgren, Paul’s Letter to the Romans, A Commentary.

What is the meaning of Jesus’ phrases “that they may be one” and “that they may become perfectly one”? / Ποια είναι η σημασία των φράσεων του Ιησού «ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς» και «ἵνα ὦσιν τετελειωμένοι εἰς ἕν»;

The phrases “that they may be one”, “that they may become perfectly one” (John 17:11, 21, 23) are Semitic forms whose structure is matched closely by the diction of Qumran, which elsewhere stressed the unity of the sect (emphasis added).

R. K. Harrison, Archaeology of the New Testament, σελ. 75.

The following are my comments:

It is obvious that these phrases of Jesus by no means meant an ontological identification of the disciples with him and his Father. As R. K. Harrison states, these same statements have been discovered among the manuscripts of the Qumran (for John 17:23 see 1QS, V:2; for John 11:52 see 1QS, V:7), and the meaning they convey is the meaning of unity (in purpose, thinking, etc).

A question that rises in my mind is: What are we to gather when we apply this on these same statements concerning the Son and the Father? What is the “catalyst” that changes their meaning from that of unity to that of ontological identification (or substance identification, according to the various interpretations) as the Trinity dogma demands?

I just can’t find one, at least not one that is quite satisfying. Please, feel free to comment.

Τα παρακάτω είναι δικά μου σχόλια:

Είναι προφανές ότι αυτές οι φράσεις του Ιησού σε καμία περίπτωση δεν σήμαιναν οντολογική ταύτιση των μαθητών Του με Αυτόν και τον Πατέρα Του. Όπως δηλώνει ο R. K. Harrison, οι ίδιες δηλώσεις έχουν ανακαλυφθεί στα χειρόγραφα του Κουμράν (για Ιωάννη 17:23 δες 1QS, V: 2· για Ιωάννη 11:52 δες 1QS, V:7), και το νόημα που εκφράζουν είναι η έννοια της ενότητας (στο σκοπό, τη σκέψη, κλπ).

Ένα ερώτημα που γεννάται στο μυαλό μου είναι το εξής: Τι πρέπει να συμπεράνουμε όταν εφαρμόζουμε αυτό το γεγονός σε αυτές τις δηλώσεις σχετικά με τον Υιό και τον Πατέρα; Ποιος είναι ο «καταλύτης» που αλλάζει το νόημά τους από εκείνο της ενότητας με εκείνο της οντολογικής ταύτισης (ή της ταύτισης της ουσίας, σύμφωνα με τις διάφορες ερμηνείες), όπως απαιτεί το δόγμα της Τριάδας;

Αδυνατώ να βρω έναν τέτοιο «καταλύτη», τουλάχιστον κάποιον που είναι αρκετά ικανοποιητικός. Παρακαλώ, μη διστάσετε να σχολιάσετε.

The historicity of Acts 17:16, 23 / Η ιστορικότητα του Πράξεις 17:16, 23

The city was so filed with idols that Pausanias tells us it was easier to meet a god or a goddess on the main street of Athens, than to meet a man. / Η πόλη ήταν τόσο γεμάτη από είδωλα, ώστε  ο Παυσανίας μας λέει ότι ήταν πιο εύκολο να συναντήσεις μια θεότητα στον κεντρικό δρόμο των Αθηνών απ’ ότι έναν άνθρωπο.

Wilbur M. Smith, Therefore Stand, σελ. 249.

The reference in the Areopagus address to an altar bearing the inscription “to an unknown God” is in complete accord with the observations of Paul concerning the superstitious religiosity of the Athenians. While no inscriptions containing the precise wording mentioned by the Apostle have yet been found at Athens, such inscribed altars were by no means unknown in various parts of Greece at that period, as indicated by contemporary writers. An altar recovered from the temple of Demeter at Pergamum in 1909 bore a legend somewhat as follows:
“To unknown gods.

R. K. Harrison, Archaeology of the New Testament, σελ. 41.

How probable is the hypothesis that the Gospels have been “tampered with”? / Πόσο πιθανή είναι η υπόθεση ότι τα Ευαγγέλια έχουν «πειραχτεί»;

The school of Bultmann took as its departure point the assumption that in the Christian communities during the first century of our era—since the community itself in the collective would have been patently unable to act except through its individual members—anyone at all could revise or alter the basic message accepted in the community, including the words reported to have been on the lips of our Lord himself. Indeed, anyone at all could improvise or invent his own version of the Gospel, his own parables, his own teachings; and the community, in the midst of which they lived, was supposed to have been totally accepting of whatever changes or alterations they might happen to have come up with. This assumption seems highly unlikely on its face, especially considering the respect with which the average Jew treated the sacred Scriptures. It is well established that no one had the right to alter in any way whatsoever the sacred writings that had been handed down.

It will be replied, of course, that there were not as yet any Christian Scriptures to treat with respect. But that is precisely the point that remains to be proved! Even if we accepted for a moment the hypothesis that there was a long tradition of oral preaching before our existing Gospels were finally set down in writing, we would still have no evidence or indication that the early Christians permitted members of their churches to alter or manipulate or change the message regularly preached to them concerning the words and acts of Jesus. It is quite unlikely that anyone was permitted to add to or take anything away from the basic message that was known to all. What we know for certain about the earliest Christian churches, we know mostly from the Letters of St. Paul. And St. Paul wrote that “I received from the Lord what I also delivered to you” (1 Cor. 11:23). It is more than probable that this rule of the rabbi Paul was the rule observed throughout all the churches in the Mediterranean basin. The hypothesis put forward by scholars that there was a period of “creative evolution” during which numerous “literary transformations” took place which were ultimately incorporated into the text of the Gospels as we now have them is a highly fanciful hypothesis. There is no real objective or scientific basis for this hypothesis. It contradicts everything we know about the Judaism of the first century. The founders and members of the very earliest Christian churches were, at the outset, all Jews who came out of the world of the synagogue. That all these practicing Jews were suddenly transformed when they adopted the good news of Christianity, and henceforth allowed members of their communities to embelish or elaborate upon the basic message as they pleased, inventing a parable here, or a new miraculous episode there, is an improbability of the highest order.

Claude Tresmontant, The Hebrew Christ, σελ. 202, 203.

(Updated) What can a long oral tradition produce (in connection with the Gospels)? / Τι μπορεί να παράξει μια μακρά προφορική μετάδοση (σε σχέση με τα Ευαγγέλια);

Bultmann’s school presupposes what it ought to be obliged to prove, namely, that the four Gospels are late documents based upon a long tradition of oral preaching. It was in the course of the development of these long oral traditions that the episodes narrated in the Gospels were supposedly invented, and the parables of our Lord composed.

Quite apart from the fact that nobody has ever witnessed whole communities producing what the early Christian communities are supposed to have produced, it seems clear that different “traditions” existing in different places would never have resulted in anything but wide diversity and incoherence. A homogeneous result would have been impossible in the case of materials developed in this fashion. Different communities operating under different influences would undoubtedly have produced four gospels as different from each other as are the various gnostic pseudogospels in which all kinds of materials have been indiscriminately thrown together.

Claude Tresmontant, The Hebrew Christ, σελ. 199.

We can always take the easy road of accepting the reigning fashionable opinion. But on the hypothesis of a plurality of independently evolving gospel traditions which resulted in our existing four Gospels, we would never have arrived at usages so precise and consistent. If this hypothesis of plurality of gospel traditions were true, the result would rather have been four gospels that were incoherent and divergent and impossible to reconcile with one another, gospels that were filled with mutual inconsistencies.

If four different traditions had really issued in four different written gospels, they would have been the sort of writings that would have been produced by four different sects, if not by four different religions.

What has to be explained by any viable working hypothesis is the unity of thought among the four Gospels. With the New Testament documents that we in fact have—the four Gospels, the Letters of Paul, the Acts of the Apostles, the Book of Revelation—it is possible to derive a consistent doctrine about God, about Christ, and about the relationship between God and Christ. Why is this possible? It is possible only because all of the different elements of information provided in the various  New Testament sources belong to a coherent and homogeneous logical whole. However, if a number of different Christian communities had each produced its own individual gospel, we would have seen a different Christology issued from each of these divergent sources. But a careful examination of these documents—an examination such as the one we have conducted up to now—resulted in no such thing. The various elements provided in the different documents that make up the small library that has been named, because of a faulty translation, the New Testament, instead give a highly coherent and consistent account of their common subject matter. It is hardly the Christology of a Noetus, or a Praxeas, or a Sabellius that leaps to the eye from the pages of the New Testament; nor is it that of Theodore of Byzantium called “the Currier”. Toward A.D. 180, Noetus of Smyrna taught that Jesus Christ was quite simply God; his was a Christology in which “man” was not involved. When Christ suffered, God suffered; the incarnation was an adventure of God, which did not include any role for man. So much for Noetus.

Theodore the Currier, excommunicated by Pope Victor around A.D. 190, taught the converse. He taught that Christ was merely a man, psilon anthropon. These are the kinds of results obtained by leaving “traditions” to themselves. The various elements which make up the books of the New Testament do not in fact go off on their own. The Christology formulated by Peter in the Acts of the Apostles is wholly consistent with the total message of the New Testament; it is the same Christology the successors of Peter, the popes of Rome, would profess; it is the Christology of such popes as Damasus and Leo.

Claude Tresmontant, The Hebrew Christ, σελ. 200, 201.

What are the sources of the Gospels, and when can they be dated? / Ποιες είναι οι πηγές των Ευαγγελίων, και πότε μπορούν να χρονολογηθούν;

We know that crowds of people, common people, flocked to see our Lord and to hear him speak; many of these people no doubt knew neither how to read nor how to write. Nevertheless we also know that some of the disciples of Jesus were learned men, students of the Book. The author of the fourth Gospel depicts some of these educated disciples. It is a priori impossible that those disciples who did know how to read and write, and who spent their lives in the study of the sacred Hebrew Scriptures, would never have taken notes on what Jesus said, or written down what he did. The sayings of the ancient Hebrew prophets had, after all, been set down in writing. And the disciples of Jesus considered him to be much, much greater than any of the earlier prophets. Thus they would surely have written down his words, his teachings and his actions almost as soon as they had issued from him.

It is the opposite hypothesis that is unthinkable and absurd, namely, that nothing was ever written down about Jesus by his contemporaries, especially when we take into account the milieu in which our Lord lived and worked. He did not appear among some primitive Amazon tribe; the Jewish people probably boasted the highest literacy rate of antiquity when we consider the seriousness with which the Jews studied the Hebrew sacred Scriptures.

Claude Tresmontant, The Hebrew Christ, σελ. 192, 193.

In asserting that documents written in Hebrew lie behind the present Greek text of our four Gospels, we are, of course, proceeding by way of a hypothesis. Here, however, we are dealing with a hypothesis that has to be true-indeed, has to be considered certain-because it is the only hypothesis capable of explaining all the features that we find in the Greek text of the Gospels. The contrary hypothesis is that a long tradition of oral preaching and transmission preceded the setting down in writing at a comparatively late date of the Greek text of the four Gospels as we presently possess it. This contrary hypothesis is the one preferred by a majority of biblical scholars today, as has been the case for more than a century. But this hypothesis appears absurd on its face, especially when we consider the total milieu within which our Lord lived and taught. Why would the scribes and rabbis and people educated in the Hebrew Scriptures included among those who heard and followed Jesus have abstained or somehow forbidden themselves from ever noting down in writing anything about the remarkable personage with whom they were dealing? Why would they have waited so long-many say until the end of the first century-before setting down in writing their “traditions”? And how could those oral “traditions”, which by definition constituted separate strands of the original proclamation of the Good News preserved in different local churches, ever have resulted in the kind of textual results in the Gospels that we have been examining here with some care? Our analysis points rather to under1ying Hebrew texts that were themselves closely related.

Claude Tresmontant, The Hebrew Christ, σελ. 197.

(Updated) Hebrew and early christian “faith” compared with modern world “faith” / H εβραϊκή και πρωτοχριστιανική «πίστη» συγκρινόμενη με τη σύγχρονη «πίστη»

The error, distortion, falsification, or whatever that was perpetrated when musterion (μυστήριον) was translated by “mystery” is very similar to the error that was perpetrated when the Greek pistis (πίστις) was translated by “faith.” We have already taken note of this latter fact, and we shall have occasion to deal with it at greater length when we come to examine the Gospel according to John. Under the New Covenant, the Greek word pistis originally meant having an objective certitude of the truth, a certitude involving one’s mind, or organ of thought. In our modern terminology, faith means not so much having an objective certitude of the truth as having a subjective conviction about it; and so the modern idea of faith is not equivalent to what was conveyed by the Greek pistis.

Moreover, faith has become dissociated from the intellect in the modern understanding through a number of historical influences to which we have already alluded. Our modern irrationalist and fideist prism falsifies the true meaning of the Greek words musterion and pistis. Modern readers see the New Testament, indeed the entire Bible, only as reflected in this irrationalist and fideist prism. The original Hebrew tradition was most decidedly not fideist; nor did it lend itself in any way to what we know today as Lutheranism, Kantianism, or Barthianism.

Claude Tresmontant, The Hebrew Christ, σελ. 93, 94.

We have already encountered and discussed many of the words derived from the Hebrew root verb aman, “to be certain of the truth of”. We shall have to return to this same subject when we come to consider the fourth Gospel. The words emunah or emet which were derived from this root were common and were usually translated in the Septuagint either by pistis (πίστις) or by aletheas (αλήθεια). The translators into Greek of our four Gospels tended to oscillate between the same variant translations. Matthew, Mark, and Luke emphasized the use of pistis, along with the verb derived from it, pisteuein (πιστεύειν), which designated the act of the intelligence in assenting with certitude to the truth which had been disclosed. The fourth Gospel, however, never employed pistis; more than in the Synoptic Gospels, the word aletheia was preferred. We translate aletheia, of course, as truth.

One thing is certain about this matter of truth and our assent to it, and that is that we moderns who speak about “believing” and “faith” are off the mark as far as the original meaning of these concepts is concerned. We have changed the terms of reference. We translate texts from the Gospels, and from the New Testament in general, within a framework that distorts the original meaning of these texts in a fundamental way. For us in the present century, the words “faith” and “belief” have come to be understood within a context established by Luther, Pascal, Descartes, Kant, Kierkegaard, and many others who have followed the same path. The result in the present climate is that faith is not considered to be a form of knowledge, nor does belief entail certitude. To believe is neither “to be certain about” nor “to know”. In Hebrew, emunah, translated into Greek by pistis, means objective certitude regarding the truth. In our modern parlance however, faith is nothing more than a subjective conviction divorced from objective knowledge as well as from certitude about it. When we see how the fourth Gospel employed the terms gnosis and pisteuein, we will understand that faith in God was an act of knowing which included an objective certitude regarding the truth of what was known.

Thus it is nothing less than a catastrophe when we translate pisteuein today by “to believe”, because, for us, “to believe” merely means a weak subjective assent; it does not include the idea of a certitude about one’s knowledge of the truth which the Hebrew aman conveyed. Amen which is derived from the same root word, thus means “truly”.

It is clear from considerations such as these how important it is to reconstruct the original Hebrew behind the Greek of our Gospels; this reconstruction is necessary merely to get at the exact meaning of terms. We will also be obliged to return to this question when we come to examine the fourth Gospel.

Claude Tresmontant, The Hebrew Christ, σελ. 150, 151.

About the date of composition of the Gospel according to Luke / Περί του χρόνου συγγραφής του Ευαγγελίου κατά τον Λουκά

We come now to the prediction of Jesus of the destruction of the Temple as it is found in Luke:

And as some spoke of the Temple, how it was adorned with noble stones and offerings, he said: “As for these things which you see, the days will come when there shall not be left here one stone upon another that will not be thrown down” (Lk 21:5-6).

If the Gospel according to Luke had truly been composed in the Greek language sometime toward the end of the first century A.D., as practically all contemporary studies on the New Testament affirm, whether they are written in English, French, or German, then a text such as this one could not have been set down on paper without some remark or comment on this remarkable prophecy. By the end of the first century, Jerusalem had already been destroyed; it had occurred some thirty years earlier; the Temple had been burned and razed. It was simply not possible for an author or redactor to pass over this enormous fact in silence, without a single word or sign that the destruction of Jerusalem and the Temple was a known and accomplished fact.

When anyone speaks to us today about the destruction of Berlin or the annihilation of Hiroshima and Nagasaki in 1945, we can usually gather, if only through a word, a sign, or a turn of phrase, where that person stands in relation to those events. A writer who mentions or alludes to these cities betrays the fact that he is aware of the fate that befell them. In the case of this prophecy of our Lord, however, reported by Matthew, Mark, and Luke, all three, we get not the slightest indication or hint anywhere in the gospel text that it could have been written after the cataclysmic event it prophesies. Yet there can be no doubt that the destruction of Jerusalem and the Temple was a cataclysm of the first order, not merely for the Jewish communities, but also for the Christian communities that, after all, had originally issued from them. The objection can be made that, by the end of the first century, Christians were no longer interested in the fall of Jerusalem. By then most of the Christians were of pagan origin anyway. No mention was made of the events of A.D. 70, it can be argued, because Christians no longer had the slightest interest in these events.

This objection is a prime example of the logical fallacy called the petitio principii: begging the question. It assumes what it needs to prove, namely, that all the Gospels were written in the Greek language late in the first century. This, precisely, is what still remains to be proved, however. In any case, it is not legitimate to assume that the Christian communities were indifferent to the fate of Jerusalem and the Temple by the end of the century. Most of these Christian communities had originated within Jewish communities, splitting off from them in the way that a cell divides. It is also quite implausible to imagine any author or redactor reporting a prophecy by our Lord himself without going on to mention the spectacular way in which this particular prophecy had been fulfilled.

In Luke, however, just as we saw was the case in Matthew and Mark, there is no mention or comment whatsoever on this remarkable prophecy. This lack of any mention or allusion to the fate of Jerusalem is a real thorn in the side of those scholars holding the current majority opinion about the date of the composition of the Gospels. Nevertheless, they usually refrain from falling back on what they really think about the matter. If they did, they would show their true colors at last. What they really think is: this so-called prophecy of Jesus cannot really be a prophecy for the simple reason that there isn’t any such thing as prophecy; prophecy of any kind is an impossibility. Therefore, this passage in the Gospels has to be a late fabrication, an invention of the Christian community. The very fact that the destruction of Jerusalem could be reported as something that was going to come about means that the passage had to be written after Jerusalem had already been destroyed. If any prophecy at all is an impossibility, Jesus could obviously not have prophesied the destruction of the Temple: the passages to the effect that he did this had to have been written after the catastrophe.

This is the true logic of the situation we are dealing with here. Some scholars are more candid and frank about it than others; some are not candid and frank about it at all. But even if we were to accept their premise, in order to see if their conclusion indeed followed from it, we would still discover that their argument is grossly defective. For if this prophecy, reported in all three Synoptic Gospels were in fact written after the fact, then the lack of any explanation or comment about what would then be a pseudoprophecy would still be telling. Why attribute to Jesus a prophecy he never made, and then fail to exploit it to the full by pointing to its fulfillment? Why not mine the rich vein to the full?

As we have seen, however, there is not so much as a single word or comment in Matthew, Mark, or Luke about the spectacular fulfillment of this prophecy. The inventor of the pseudoprophecy who went to the trouble of fabricating it and placing it in the mouth of Jesus seems to have been totally unaware that the pseudoprophecy had in fact been fulfilled twenty or thirty years before he fabricated it! The supposed fabricator was thus totally incapable of exploiting his fabrication properly in order to reap the benefits from it for the sake of which he presumably authored the fabrication in the first place. All this evidences great caution and discretion for someone who was nevertheless supposedly bold enough to resort to fabrication.

Let us proceed now to examine some of the other sayings of our Lord bearing upon the future:

And they asked him, “Teacher, when will this be, and what will be the sign when this is about to take place? … Then he said to them, “Nation will rise against nation, and kingdom against kingdom … But before all this they will lay their hands on you and persecute you, delivering you up to the synagogues and prisons…” (Lk 21:7, 10, 12).

In this passage, Jesus envisioned the coming persecutions as being brought about by the high authorities of Jerusalem. Did the Christians have anything to fear from the Jerusalem authorities or from the synagogues at the end of the first century? Which synagogues? Certainly not those of Jerusalem or of Judea. Luke spoke of the Christians’ being delivered up to the synagogues and prisons, but nowhere did he speak about any persecutions coming from the Roman authorities. Yet the latter had already begun by A.D. 64 or 65. Luke seems never to have heard anything at all about these persecutions instigated by the Roman emperors. It is a curious fact indeed that an author writing as late as A.D. 100 would seem to be oblivious to the cataclysmic events that had occurred forty years earlier, engineered by the notorious Emperor Nero. This is an especially curious act when we consider that the author in question was Luke, who lived in Rome with Paul from A.D. 61 on. One thing is sure, though, and that is there was certainly no direct threat to the Christians from the synagogues at the end of the first century. By then the threat came from the Roman authorities.

Claude Tresmontant, The Hebrew Christ, σελ. 117-121.

Κύκλωμα Εφοριακών: Ιστορίες καθημερινής απάτης

Κύκλωμα Εφοριακών: Ιστορίες καθημερινής απάτης

Του Βαγγέλη Τριάντη

Επίορκοι εφοριακοί, μίζες εκατομμυρίων, έλεγχοι για τα μάτια του κόσμου, εταιρίες-μαϊμού που εισέπρατταν εκατομμύρια ευρώ ως επιστροφή του ΦΠΑ με εικονικά τιμολόγια. Ένα κύκλωμα επίορκων εφοριακών, πολίτες υπεράνω υποψίας, φέρονται να έχουν θησαυρίσει εδώ και πολλά χρόνια. Και όλα αυτά σε βάρος του ελληνικού δημοσίου που έχει απολέσει έσοδα εκατομμυρίων ευρώ, με την ανοχή ή καλύτερα τη συγκάλυψη των πολιτικών τους προϊσταμένων. Το κύκλωμα φαίνεται ότι λειτουργούσε πολλά χρόνια και αποτελούσε κοινό μυστικό στην τοπική κοινωνία της Θεσσαλονίκης.

Ένα σύστημα διαπλοκής και συν διαλλαγής μεταξύ επιχειρηματιών και επίορκων εφοριακών. Οι τελευταίοι πραγματοποιούσαν ελέγχους σε διάφορες επιχειρήσεις στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης. Σε πολλές περιπτώσεις διαπίστωναν παραβάσεις για διάφορους λόγους. Είτε λόγω αμέλειας είτε λόγω απειρίας του λογιστή είτε λόγω της σύγχυσης που προκαλεί η πολυνομία που το ίδιο το πολιτικό σύστημα έχει θεσμοθετήσει.

Από το σημείο αυτό και μετά ξεκινούσε ο Γολγοθάς των επιχειρηματιών. Οι εφοριακοί μετέφεραν στους επιχειρηματίες ότι μπορούσαν να μειώσουν τη φορολογική παράβαση με το κατάλληλο αντίτιμο. Το ποσό ανερχόταν συνήθως στο 30% του ποσού που θα εισέπραττε το κράτος εάν ο έλεγχος πραγματοποιούνταν κανονικά. Με τον τρόπο αυτό έβγαιναν κερδισμένες και οι δύο πλευρές. Οι εφοριακοί φούσκωναν τους τραπεζικούς τους λογαριασμούς και οι επιχειρηματίες κατέβαλαν συστηματικά λιγότερα ποσά από αυτά που θα πλήρωναν κανονικά. Το ελληνικό δημόσιο έχανε έσοδα εκατομμυρίων.

Όσοι επιχειρηματίες δεν δέχονταν τον εκβιασμό, αντιμετώπιζαν την οργή των εφοριακών. Με συνοπτικές διαδικασίες βρίσκονταν αντιμέτωποι με την πληρωμή πολλαπλάσιων προστίμων, ενώ κατά ένα παράξενο λόγο έσπευδαν για έλεγχο συνεργεία εφοριακών από γειτονικές περιοχές που τους έλεγχαν εκ νέου. Με έναν τρόπο εκδικητικό και συνάμα παραδειγματικό και για όσους άλλους επιχειρηματίες τολμούσαν να αντιδράσουν.

Μίζες εκατομμυρίων για να κλείσουν υποθέσεις

Τα όσα καταγγέλλει στο υπόμνημά του προς τον εισαγγελέα ο λογιστής Νίκος Κασιμάτης ξεσηκώνουν το λαϊκό αίσθημα.

Ο Ν. Κασιμάτης είναι ένας από τους πρωταγωνιστές της μεγάλης κομπίνας με τις παράνομες επιστροφές του ΦΠΑ στη Θεσσαλονίκη. Ένας άνθρωπος που έζησε το διεφθαρμένο αυτό σύστημα εκ των έσω και για χρόνια ολόκληρα συνεργάστηκε με τους επίορκους εφοριακούς. Οι καταγγελίες του έχουν ληφθεί σοβαρά υπόψη από τις εισαγγελικές αρχές, στις έρευνες που πραγματοποιούν για τη δράση του κυκλώματος. Μεταξύ των ονομάτων που έχει καταθέσει στον εισαγγελέα ο κ. Κασίματης, και τα οποία έχει στη διάθεση του το Hot Doc, συγκαταλέγεται και αυτό του Μ.Α., επιθεωρητή­ελεγκτή στη Β΄ΔΟΥ ΠΕΚ. Ο Μ.Α. φαίνεται ότι είχε αναπτύξει πλούσια δράση. Σύμφωνα με τις καταγγελίες Κασιμάτη, ο Μ.Α. διενήργησε έλεγχο το 2001 στην εταιρία με την επωνυμία «ΥΦΑΣΜΑΤΕΞ ΕΠΕ». Ο έλεγχος ήταν εντελώς τυπικός. Ο Μ.Α. απλώς υπέγραψε και θεώρησε τα βιβλία της επιχείρησης, λαμβάνοντας ως αντίτιμο το ποσό των 25.000.000 δρχ. Δεν ήταν όμως αυτό το μοναδικό περιστατικό. Κατά τα έτη 2000­2001 πραγματοποίησε έλεγχο σε επιχείρηση εμπορίας καταψυγμένων προϊόντων θαλάσσης στα Διαβατά Θεσσαλονίκης. Κατά τη διάρκεια του ελέγχου διαπίστωσε φορολογικές παραβάσεις ύψους 300.000­400.000 ευρώ. Η εταιρία όμως πλήρωσε ελάχιστα. Ο Μ.Α. ζήτησε και έλαβε 35.000 ευρώ προκειμένου να κλείσει την υπόθεση, όπως κι έγινε. Στην υπόθεση μάλιστα, σύμφωνα με τις καταγγελίες του κ. Κασιμάτη, φέρεται να είχε και τη συνδρομή της συζύγου του, η οποία ήταν λογίστρια στην επιχείρηση. Μετά τις καταγγελίες Κασιμάτη και την έρευνα της Δικαιοσύνης, ο Μ.Α. καταδικάστηκε σε έξι χρόνια κάθειρξη.

Μία άλλη περίπτωση επίορκης εφοριακού είναι αυτή της Σ.Α., ελεγκτή ΦΑΕ επί πολλά χρόνια, η οποία φέρεται σύμφωνα με τις καταγγελίες Κασιμάτη να πρωταγωνιστεί σε οικονομική δοσοληψία με τον ίδιο το 1994­1995. Η Σ.Α. διενήργησε έρευνα στην εταιρία «ΚΕΜ ΑΕ», συμφερόντων του κ. Κασιμάτη. Προκειμένου να αποφύγει η εταιρία την πληρωμή πολλαπλάσιων φόρων, ζήτησε και έλαβε από τον κ. Κασιμάτη το ποσό των 10.000.000 δρχ. Κατά τη διάρκεια της έρευνας που πραγματοποιήθηκε από τη Δικαιοσύνη, καταλογίστηκε στην ίδια η ζημία κατά του δημοσίου.

 Συνδικαλιστικό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ

Μία ακόμη περίπτωση εφοριακού, την οποία καταγγέλλει ο κ. Κασιμάτης, είναι και αυτή του επιθεωρητή Ι.Β., συνδικαλιστικού στελέχους του ΠΑΣΟΚ, γραμματέα της τοπικής οργάνωσης στον Εύοσμο. Ο Ι.Β. φαίνεται ότι είχε επινοήσει μια ιδιαίτερη μέθοδο προκειμένου να εισπράττει ποσά από μεγάλες επιχειρήσεις. Σε αυτήν συμμετείχαν και λογιστές που συνεργάζονταν μαζί του. Οι λογιστές πραγματοποιούσαν λανθασμένες εγγραφές σε κάποιο από τα τιμολόγια που εξέδιδαν, ώστε να προκύπτει φορολογική παράβαση. Ο Ι.Β. έσπευδε για έλεγχο στη συγκεκριμένη επιχείρηση μαζί με συναδέλφους του και όλως τυχαίως ζητούσε από τον επιχειρηματία να του προσκομίσει τα συγκεκριμένα τιμολόγια. Στη συνέχεια απαιτούσε από            τον επιχειρηματία να του δώσει κάποιο ποσό ώστε να κλείσει την υπόθεση. Σε διαφορετική περίπτωση ο επιχειρηματίας ήταν αναγκασμένος να καταβάλει πρόστιμα εκατομμυρίων.

Μία τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση έλαβε χώρα με την εταιρία «ΙΝΑΤΕΞ ΑΒΕΕ», συμφερόντων του επιχειρηματία Χρήστου Χατζηθωμά. Μεταξύ των λογιστριών που συνεργάζονταν με την εταιρία ήταν και η Ελένη Καρυδοπούλου. Η τελευταία εξέδωσε, το 1995, το υπ’ αριθμόν 944/2­2/1995 τιμολόγιο πώλησης αξίας 63.000.000 δραχμών, το οποίο ανταποκρινόταν σε κανονική συναλλαγή. Με μπλάνκο διέγραψε κάποια βασικά στοιχεία ώστε να εμφανίζεται ως προβληματικό. Λίγες μέρες μετά ο Ι.Β. μετέβη στην εταιρία για αιφνιδιαστικό έλεγχο. Όλως τυχαίως από τα 2.400 τιμολόγια της εταιρίας ζήτησε να δει το συγκεκριμένο. Ο επιχειρηματίας το προσκόμισε και ο Ι.Β. επεσήμανε με αυστηρότητα την τεράστια φορολογική παράβαση. Στη συνέχεια ζήτησε από τον κ. Χατζηθωμά το ποσό των 20.000.000 δραχμών προκειμένου να κλείσει την υπόθεση. Ο επιχειρηματίας όμως δεν ενέδωσε στον εκβιασμό. Και τότε ο Ι.Β. επέβαλε πρόστιμα και προσαυξήσεις που άγγιξαν τα 264.550.000 δρχ. Το αποτέλεσμα ήταν ο επιχειρηματίας να καταστραφεί και να κλείσει την επιχείρηση ολοσχερώς.

Και σαν μην έφταναν αυτά, ο Ι.Β. κατέθεσε και μήνυση εναντίον του. Ο επιχειρηματίας τελικά έπειτα από μακροχρόνιο δικαστικό αγώνα αθωώθηκε στα ποινικά δικαστήρια, ενώ τα πρόστιμα ακυρώθηκαν από τα διοικητικά δικαστήρια. Ο ίδιος όμως και η οικογένειά του είχαν καταστραφεί.

Το 2007, κατέθεσε αγωγή κατά του Ι.Β., την οποία γνωστοποίησε και στον υπουργό Οικονομικών. Τίποτα όμως δεν συνέβη. Ο Ι.Β. όχι μόνο δεν τιμωρήθηκε, αλλά προήχθη και σε επιθεωρητή των ΠΕΚ Θεσσαλονίκης.

 Παράνομη επιστροφή ΦΠΑ με εικονικά τιμολόγια

Τα όσα καταγγέλλει όμως ο κ. Κασιμάτης δεν αφορούν μόνο τους τακτικούς και έκτακτους ελέγχους στις επιχειρήσεις. Το κύκλωμα είχε καταφέρει να υπεξαιρεί τεράστια ποσά ΦΠΑ μέσω εικονικών τιμολογίων, με αποτέλεσμα το ελληνικό δημόσιο να ζημιώνεται με εκατομμύρια ευρώ. Στο κύκλωμα συμμετείχαν επιχειρηματίες, λογιστές, αλλά και επίορκοι εφοριακοί, οι οποίοι λειτουργούν με μια ιδιότυπη ομερτά. Οι δουλειές γίνονταν μόνο με άτομα της απολύτου εμπιστοσύνης τους, που συνήθως ήταν λογιστές με τους οποίους συνεργάζονταν καιρό. Προκειμένου κάποιος να καταφέρει να εισέλθει σε αυτό το δυσώδες σύστημα έπρεπε πρώτα να λάβει συστάσεις από τα έμπιστα αυτά πρόσωπα. Σε διαφορετική περίπτωση ήταν αποκλεισμένος από χέρι. Οι συνωμοτικοί κανόνες τηρούνταν με θρησκευτική ευλάβεια και αυτός ήταν ο λόγος που το κύκλωμα κατάφερε να λειτουργεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 δίχως να αποκαλυφθεί το παραμικρό. Η μέθοδος που εφάρμοζαν ήταν απλή αλλά αρκετά προσοδοφόρα. Κάποιος από το κύκλωμα νοίκιαζε ένα μικρό γραφείο, συνήθως στην περιοχή του Βαρδάρη της Θεσσαλονίκης, που δεν ξεπερνούσε τα 12 ­15 τμ. Το γραφείο αυτό δηλωνόταν ως έδρα της επιχείρησης και επρόκειτο ουσιαστικά για γραφείο μαϊμού, καθώς σε πολλές περιπτώσεις δεν διέθετε ούτε τηλέφωνο ούτε ρεύμα, ενώ η ενοικίαση γινόταν μόνο για τους δύο πρώτους μήνες.

Ο υποτιθέμενος επιχειρηματίας πραγματοποιούσε αίτηση προς την αρμόδια ΔΟΥ για επιστροφή ΦΠΑ, από εξαγωγές που δήθεν είχε πραγματοποιήσει σε χώρες της ΕΕ ή σε άλλες χώρες εκτός αυτής. Η αίτηση περνούσε από πρωτόκολλο, εγγραφόταν στο μητρώο των επιχειρήσεων που δικαιούνταν επιστροφή ΦΠΑ και άνοιγε καρτέλα. Στη συνέχεια το υποτιθέμενο συνεργείο της αρμόδιας ΔΟΥ μετέβαινε στην έδρα της επιχείρησης προκειμένου να ελέγξει τα δικαιολογητικά. Κατά ένα παράξενο τρόπο, όλα έβαιναν καλώς. Παρά το γεγονός ότι ουδέποτε είχαν καταβληθεί έξοδα, τα τιμολόγια της επιχείρησης ήταν εικονικά, δεν υπήρχε αγορά πρώτων υλών και τα βιβλία της επιχείρησης ήταν λευκά, χωρίς εγγραφές. Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με τα όσα καταγγέλλει ο κ. Κασιμάτης, στις αιτήσεις της παράνομης επιστροφής του ΦΠΑ δεν αναγραφόταν ποτέ ο αριθμός του τηλεφώνου του επιχειρηματία, καθώς ήταν ανύπαρκτος, ενώ σε πολλές περιπτώσεις το αιτούμενο ποσό της επιστροφής το έγραφαν οι ίδιοι οι εφοριακοί.

Τελικά, ο υποτιθέμενος επιχειρηματίας εισέπραττε το ποσό της επιστροφής του ΦΠΑ και τα μέλη του κυκλώματος μοίραζαν τα κέρδη τους. Η συμφωνία προέβλεπε 60% για τους ιδιώτες επιχειρηματίες­λογιστές και 40% για τους εφοριακούς. Οι τελευταίοι εισέπρατταν ακόμη ένα 10% του επιστρεφόμενου μετά τον τελικό έλεγχο ΦΠΑ, με αποτέλεσμα η συνολική τους αμοιβή να προσεγγίζει το 50%.

 Επτά ΔΥΟ και 45 εφοριακοί

Στην παράνομη επιστροφή ΦΠΑ συμμετείχαν, σύμφωνα με τη λίστα Κασιμάτη, επτά ΔΟΥ και 45 εφοριακοί. Μεταξύ αυτών οι Α΄ και Β΄ΔΟΥ Θεσσαλονίκης και οι ΔΟΥ Νεαπόλεως, Νέας Ιωνίας Αμπελοκήπων, καθώς επίσης και οι Ι΄και Δ΄ΔΟΥ.

Η ζημία για το ελληνικό δημόσιο υπήρξε τεράστια. Σύμφωνα με στοιχεία του ΣΔΟΕ, τα οποία έχει στη διάθεσή του ο κ. Κασιμάτης, μόνο η Α΄ΔΟΥ Θεσσαλονίκης και για ένα επτάμηνο επέστρεψε σε 19 ανύπαρκτες επιχειρήσεις 5.750.088.745 δρχ. Με τον ίδιο τρόπο η ίδια ΔΟΥ επέστρεψε σε άλλες περίπου 80 επιχειρήσεις παράνομο ΦΠΑ, του οποίου το ποσό παραμένει άγνωστο. Αντιλαμβάνεται κανείς το μέγεθος της ζημίας για το ελληνικό δημόσιο. Ενδεικτικό του τρόπου που λειτουργούσε το κύκλωμα είναι και η ταχύτητα με την οποία λειτουργούσε σε όσες περιπτώσεις οι εξαγωγές ήταν μαϊμού. Η έγκριση γινόταν αμέσως, ενώ άμεσα εκταμιεύονταν και τα χρήματα. Αντίθετα, στις περιπτώσεις εκείνες όπου οι εξαγωγές ήταν πραγματικές, ο επιχειρηματίας υπέφερε. Ο έλεγχος στην επιχείρηση ήταν σχολαστικότατος και διαρκούσε επί μήνες. Οι εφοριακοί ξεσκόνιζαν τα πάντα. Τιμολόγια αγοράς, έξοδα λειτουργίας, μηχανολογικός εξοπλισμός, ισολογισμοί, ενοίκια, χρέη κτλ. Ελέγχονταν επίσης όλοι οι εργαζόμενοι εάν ήταν καταχωρημένοι στις καταστάσεις των ασφαλισμένων, καθώς επίσης και εάν είχαν καταβληθεί οι ανάλογες ασφαλιστικές εισφορές. Όσο για την εκταμίευση των χρημάτων; Αυτή γινόταν έπειτα από πολλούς μήνες.

 Κάλυπταν συναδέλφους τους οι επιθεωρητές

Την ίδια ώρα, η όλη υπόθεση έλαβε νέα τροπή. Ο αντιεισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης Αργύρης Δημόπουλος έδωσε εντολή να πραγματοποιηθεί έρευνα­σκούπα, η οποία θα επικεντρώνεται στον έλεγχο ποινικών ευθυνών επιθεωρητών ΔΟΥ. Όλα έγιναν όταν ο κ. Δημόπουλος πήρε στα χέρια του τα πορίσματα των ανωτέρων υπαλλήλων του υπουργείου Οικονομικών για τους επίορκους εφοριακούς και τους επιθεωρητές. Τα πορίσματα όχι μόνο δεν διαπίστωναν ευθύνες, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις έβγαζαν λάδι τους συναδέλφους τους.

Για τον λόγο αυτό η υπόθεση ανατέθηκε εκ νέου στην υπηρεσία εσωτερικών υποθέσεων του υπουργείου Οικονομικών, η οποία αναμένεται να ελέγξει τα περιουσιακά στοιχεία όλων των επιθεωρητών, παρά το γεγονός ότι μπορεί να έχουν απαλλαγεί από τις έρευνες. Στη διενέργεια των ελέγχων συμμετέχει και η ασφάλεια Θεσσαλονίκης, ενώ σύμφωνα με πληροφορίες αυτή την περίοδο βρίσκονται σε εξέλιξη τέσσερις έρευνες.

Το ερώτημα ωστόσο που τίθεται δεν έχει να κάνει μόνο με τη δράση των εφοριακών και των εφοριών, αλλά και με τη δράση των πολιτικών τους προϊσταμένων και όχι μόνο. Όλοι φέρονται να γνώριζαν για την ύπαρξη του κυκλώματος, κανείς όμως δεν μιλούσε. Ακόμη και πολιτικά πρόσωπα, τα οποία εδώ και χρόνια είχαν ενημερωθεί για τη δράση κάποιων προσώπων. Περίεργη ανοχή, συγκάλυψη ή μήπως ένα σύστημα που εξυπηρετούσε τους πάντες; Ίσως η έρευνα της Δικαιοσύνης δώσει κάποια στιγμή απαντήσεις.

 HOTDOC • 21 ΜΑΡΤΙΟΥ 2013 • 39-41

Does the expression «εὐθέως δὲ μετὰ» (“immediately after” [ESV]) of Matthew 24:29 necessarily involve chronological order? / Περιλαμβάνει οπωσδήποτε χρονολογική σειρά η έκφραση «εὐθέως δὲ μετὰ» του Ματθαίου 24:29;

Moving on to other examples, we may note how observers have been aware for a very long time that the Gospel according to Mark makes very frequent use of the Greek adverb ευθύς. In classical Greek, this word signified “immediately,” “at once,” or “forthwith.” Our modern translators have therefore often translated it that way; however, they have surely erred in doing so as far as the New Testament is concerned. Where Matthew tended to employ the adverb ευθέως which also means “immediately,” Mark consistently preferred the adverb ευθύς.

Now the Greek adverb ευθύς is a common translation, one of the accurate possible translations of the Hebrew word hinneh, a word used hundreds if not thousands of times in the Hebrew Old Testament to introduce a fact or an account of something. An example of its common use can be seen in Genesis 24:45: “Before I had done speaking in my heart, behold [hinneh, in Greek ευθύς], Rebekah came out with her water jug on her shoulder.” Another example is found in Genesis 38:29: “But as he drew back his hand, behold [we-hinneh, in Greek ευθύς], his brother came out.”

If, as is the case, the Gospel according to Mark that we possess in finished form in Greek used this adverb ευθύς so frequently, this is because the Hebrew documents from which our present Mark was translated frequently employed the word hinneh in the typical manner of Hebrew narrators.

This usage points to the fact that Mark’s Gospel is indeed a translation. It is a translation made from written Hebrew documents. This particular usage is only one small sign and proof of this, of course. We will be pointing to a number of others.

Claude Tresmontant, The Hebrew Christ, σελ. 85.

(Updated) The Hebrew concept of the soul / Η Εβραϊκή αντίληψη περί ψυχής

“He did not know her”. This is the classical Hebrew expression used in the Bible to describe or signify the physical union between a man and a woman. It is an admirable expression because such a physical union is indeed an authentic form of mutual “knowledge” between a man and a woman; it is a sensible, experiential form of knowing; but it was also a spiritual one for the ancient Hebrews because, as I demonstrated long ago in my Essai sur la Pensée Hébraïque (Essay on Hebrew Thought), it never occurred to them to try to separate or dissociate the soul from the body, as the Platonists, the NeoPlatonists, and the Cartesians all attempted to do.

In ancient Hebrew there is not even a particular word distinguish the body as a separate entity from the soul. There was a very good reason for the lack of such a word; for the ancient Hebrews, there was not any such thing as a body without a soul; there never had been, and there never could be. As the positivists in the Vienna Circle used to say, the phrase “a body without a soul” was devoid of meaning, was meaningless. If there is a body or organism at all, it has to be animated by a living soul. That is why physical union for the Hebrews was also a union of souls. And the expression “know”, used to describe this physical union, was evidently a translation of the Hebrew iada.

Claude Tresmontant, The Hebrew Christ, σελ. 29, 30.

We have already taken note of the very specific view of the nature of man that is assumed by the Hebrew language. The Hebraic expression kol basar that is normally translated as “all flesh” really means all living beings, and, in particular, all human beings. It is in fact strictly synonymous with another common Hebrew expression kol adam which also means “all men,” “all human beings”.

The expression “flesh and blood” in a Hebrew context must not be understood exactly as we would understand it, given our assumptions about the nature of man. Our understanding includes elements that go back to Plato and the Platonists and to Descartes and the Cartesians. With them the flesh is contrasted with the soul or spirit. In Hebrew, however, “flesh” does not refer to the body as distinct from the soul; it refers to the total human being, what we sometimes call in our twentieth-century jargon the psychosomatic unity. “Flesh” in Hebrew designates the whole man, man as he is encountered in nature, man who emerged some tens of thousands of years ago, according to modern palaeontologists, and has now been classified according to scientific nomenclature as Homo sapiens.

Claude Tresmontant, The Hebrew Christ, σελ. 70.

When were the Gospels written? / Πότε γράφτηκαν τα Ευαγγέλια;

The following post is quite extensive. Whoever reads it though, will benefit greatly with new insight on this very serious topic of the date of the composition of the Gospels. Η ακόλουθη ανάρτηση είναι εξαιρετικά εκτενής. Όποιος όμως τη διαβάσει θα αποκομίσει νέα δεδομένα σε σχέση με αυτό το πολύ σοβαρό θέμα του χρόνου συγγραφής των Ευαγγελίων.

There are three massive, enormous historical facts in relation to which it is both possible and necessary to situate the four Gospels. And not only the four Gospels: all the writings of the New Testament. These absolutely crucial historical facts, and the dates they occurred, are as follows:

1)  A.D. 70. The assault on Jerusalem that began on August 29; the burning and destruction of the Temple; the burning of the holy city; and, finally, its capture. The city and its ramparts were razed to the ground, except for the towers of the king’s palace.

2) A.D. 64 or 65 (there exist learned discussions as to the actual year). The massacre of the Christians initiated by the Roman emperor Nero.

3) Around A.D. 36. The commencement of the preaching of the word of God, the good news of salvation announced by the Galilean rabbi Jesus to the uncircumcised pagans. This began after the first Christian martyr, Stephen, had been stoned to death.

In his book Redating the New Testament, the illustrious English biblical scholar, Bishop John A. T. Robinson, has thoroughly discussed the implications for the New Testament writings of the first of these three massive, enormous historical facts, namely, the capture, burning, and destruction of Jerusa­lem and the Temple by the Roman armies of Titus in August and September of the year A.D. 70. The fact on which Robinson has based his work had been previously noticed, but the credit for fleshing out this fact with a sustained and comprehensive argument rightly belongs to Robinson. The fact in question is that not a single one of the New Testament writings, in the Greek versions in which we possess them, seems to evidence any awareness whatsoever of the simply immense fact of the capture, destruction, and burning of Jerusalem and the Temple. There is no trace of this calamity in any of the New Testament writings. Apparently, nobody had ever heard of these events at the time the New Testament writings were set down in written form.

Continue reading

How much force does the statement of the atheist that “there is no God” have? / Πόση ισχύ έχει η δήλωση ενός άθεου «δεν υπάρχει Θεός»;

No one knows enough to be an atheist. There is no logical ground for atheism. Atheism is logically impossible. The basis by which the atheist proclaims his faith is empty. He has no foundation, rationality, or epistemology for his denial of God.


The above diagrams illustrate this truth. The first diagram represents total knowledge of reality. It includes everything there is to know, it represents one hundred percent knowledge. The logical question we must ask is, “How much of this knowledge does the atheist possess?” Very little! Einstein said he knew less than half of one percent. Let us be generous and give the atheist two percent of total knowledge. The second diagram represents the knowledge of the atheist in relation to total knowledge of reality. The next logical question: “Is it possible for God to exist outside the knowledge the atheist possesses?” The answer, logically yes! Then how can the atheist say there is no God? He cannot logically say there is no God. Is it any wonder the Bible says, “The fool says in his heart, ‘There is no God’” (Psalm 14:1 NIV)?

Steve Kumar, Christianity For Skeptics: An Understandable Examination of Christian Belief, σελ. 75.


To all the above add the following statement of Lee Smolin too:

Recent surveys reveal a universe that consists primarily of something unknown. 70% of the density of matter in the universe occurs in the form of dark energy, while 26% is dark matter. Only 4% is ordinary matter that we know. This means that less that the one twentieth (1/20) consists of material which we have observed experimentally or described by the standard model of particle physics. For the remaining 96%, besides the aforementioned properties, nothing is known.

Θεωρία χορδών. Όλα ή τίποτα; Lee Smolin, σελ. 53, 53.

Σε όλα τα παραπάνω προσθέστε και τις δηλώσεις του Lee Smolin:

Πρόσφατες έρευνες αποκαλύπτουν ένα Σύμπαν που αποτελείται κατά κύριο λόγο από κάτι άγνωστο. Το 70% της πυκνότητας ύλης του Σύμπαντος εμφανίζεται υπό μορφή σκοτεινής ενέργειας, ενώ το 26% είναι σκοτεινή ύλη. Μόλις το 4% είναι η συνηθισμένη ύλη που όλοι γνωρίζουμε. Αυτό σημαίνει ότι λιγότερο από ένα μέρος στα είκοσι αποτελείται από ύλη την οποία έχουμε παρατηρήσει πειραματικά ή έχουμε περιγράψει με το Καθιερωμένο Πρότυπο της σωματιδιακής φυσικής. Για το υπόλοιπο 96%, πέρα από τις προαναφερθείσες ιδιότητες, δεν γνωρίζουμε τίποτα.

Θεωρία χορδών. Όλα ή τίποτα; Lee Smolin, σελ. 53, 53.

About the discrepancies of the Gospels / Περί των διαφορών των Ευαγγελίων

Everyone is familiar with what happens when several different people take notes on the same university course; or when several witnesses report something that is said or done in a public street; or when more than one person attempts to report what somebody has said in a public speech, out in the street, or, indeed, even in a private conversation. Several different persons witness the same event; they hear the same identical words. Each person, however, notes what seems most important to him; or what seems most interesting; or what seems most characteristic of the speaker.

A priori, we would expect the same sort of thing in the case of the notes or collections of notes taken down by the disciples of Jesus. What was noted down by one would not be exactly the same as what was noted down by another. There was, indeed, a common body of materia1. This is easily explained by the fact that the origin or source of all the information was the same, namely, the Galilean rabbi; he was the sole source of everything that was reported. There were, however, differences or divergences in what was reported. This was the case for the simple reason that one reporter does not record exactly the same things recorded by other reporters. We need only examine the notebooks of a number of students taking the same course in order to verify what happens in cases of this kind. These student notebooks will exhibit both quantitative and qualitative variations that can be explained by the intelligence, the capacity, the background, the preparation, and the attention of each student. The information they take in will be more or less accurately heard, more or less correctly understood, more or less faithfully taken down, and more or less convincingly summed up, depending on each student.

If we consider all this from the point of view of the totality of what the Galilean rabbi actually said and did, as our unique source of all the various information, then it is clear that a fair amount was lost in transmission, depending upon whether the hearers who were taking down what he said were more or less educated, or whether they took notes more or less accurately of what he in fact said. The information received was not in all respects exactly the same as the information that was transmitted. The total information emanating from the source—Christ the Lord—has not been handed down or passed on in its totality. It has certainly not been understood in its totality. It was received in diverse ways, according to the individual capacities of those who received it. It is only to be expected, again a priori, that the existing notes or collections of notes would similarly be characterized by differences of both quantity and quality.

Claude Tresmontant, The Hebrew Christ, σελ. 6.

Γιατί δεν είναι άδικο που πεθαίνουν οι απόγονοι του Αδάμ ενώ δεν έχουν αμαρτήσει οι ίδιοι; / Why isn’t the fact that Adam’s descendants die, although they haven’t sinned, unfair?

But here will occur the common objection, that so many stumble at: “How doth it consist with the justice and goodness of God, that the posterity of Adam should suffer for his sin, the innocent be punished for the guilty?” Very well, if keeping one from what he has no right to, be called a punishment, the state of immortality, in paradise, is not due to the posterity of Adam, more than to any other creature. Nay, if God afford them a temporary, mortal life, it is his gift, they owe it to his bounty, they could not claim it as their right, nor does he injure them when he takes it from them. Had he taken from mankind any thing that was their right, or did he put men in a state of misery, worse than not being, without any fault or demerit of their own, this, indeed, would be hard to reconcile with the notion we have of justice, and much more with the goodness, and other attributes of the supreme Being, which he has declared of himself, and reason, as well as revelation, must acknowledge to be in him, unless we will confound good and evil, God and Satan. That such a state of extreme, irremediable torment is worse than no being at all, if every one’s own sense did not determine against the vain philosophy, and foolish metaphysics of some men, yet our Savior’s peremptory decision (Mat. 26:24) has put it past doubt, that one may be in such an estate, that it had been better for him not to have been born. But that such a temporary life, as we now have, with all its frailties and ordinary miseries, is better than no being, is evident, by the high value we put upon it ourselves. And therefore, though all die in Adam, yet none are truly punished, but for their own deeds.

John Locke, The Reasonableness of Christianity, σελ. 7.

Είναι ο Θεός της Παλιάς Διαθήκης διαφορετικός από τον Θεό της Καινής Διαθήκης; / Is the God of the Old Testament different from the God of the New Testament?

Does not the Old Testament present a different God (cruel and revengeful) from the New Testament (God full of love)?

God full of love in the
Old Testament

Deuteronomy 7:8

Psalms 103:13, 17

Psalms 136

Jeremiah 31:3

Micah 7:18

Joel 2:13

God full of love in the
New Testament

John 3:16

Romans 8:31-38

1 John 4:8

The Old Testament teaches to love your “neighbor”

Exodus 23:4f

Proverbs 25:21

1 Samuel 24:6, 7

2 Kings 6:22

Revengeful God in the New Testament

John 3:36

Romans 1:18

Romans 2:5, 6

2 Thessalonians 1:6-9

Revelation 6:15-17

Revelation 14:9-11

The personality of God is the same from the begging of the Old Testament to the end of the New Testament.


Δεν παρουσιάζει η Παλαιά Διαθήκη ένα διαφορετικό Θεό (σκληρός και εκδικητικός) από την Καινή Διαθήκη (Θεός αγάπης);

Θεός αγάπης στην Παλαιά Διαθήκη

Δευτερονόμιο 7:8

Ψαλμός 103:13, 17

Ψαλμός 136

Ιερεμίας 31:3

Μιχαίας 7:18

Ιωήλ 2:13

Θεός αγάπης στην Καινή Διαθήκη

Ιωάννης 3:16

Ρωμαίους 8:31-38

1 Ιωάννη 4:8

Η Π.Δ. διδάσκει την αγάπη προς τον πλησίον

Έξοδος 23:4f

Παροιμίες 25:21

1 Σαμ. 24:6, 7

2 Βασ. 6:22

Θεός τιμωρός στην Καινή Διαθήκη

Ιωάννης 3:36

Ρωμαίους 1:18

Ρωμαίους 2:5, 6

2 Θεσσαλονικείς 1:6-9

Αποκάλυψη 6:15-17

Αποκάλυψη 14:9-11

Η προσωπικότητα του Θεού είναι συνεπής από την αρχή της Παλαιάς Διαθήκης έως το τέλος της Καινής Διαθήκης.

Περί του χρόνου συγγραφής των Ευαγγελίων / About when the Gospels were written

Why could not the majority of the passages in the Gospels, or at least bits and pieces of them, have been written down shortly after, or even during, the earthly life of Jesus?

The apostles began preaching the good news of salvation in Jesus Christ from the time the Holy Spirit descended upon them on the day of Pentecost. What would have prevented them from also having set down in written form from the very beginning the essentials of their preaching? Or within the next few decades at least? What would have prevented some of their hearers from taking notes on their preaching, the preaching of the apostles? Why, finally, decades later would the evangelical literary activity suddenly be begun along very similar lines, but in widely separated places?

Why could there not have been an oral transmission, especially an oral preaching, accompanied by a simultaneous setting down in writing of at least some of the key stories, words, and larger narratives such as the accounts of the passion of Christ? All of these events took place within a Jewish milieu which had been characterized for centuries by the existence of the sacred books of the Old Covenant; they took place in a milieu in which Aramaic and Hebrew were the favored means of communication.

Why cannot the background of persecutions of the Christians that can already be read between the lines of the Gospels refer to the persecutions of the years A.D. 35 to 65? Why could not these persecutions have been those that arose out of the con­flicts between “the religion of Moses”, maintained in the synagogues, and the “new Way”? This hypothesis fits the texts better than the hypothesis that the Roman persecutions beginning under Nero from A.D. 64 on are the ones referred to. The New Testament writings almost never warn against the Romans; they almost always warn against the votaries of the religion of Moses.

Or, let us consider the usual interpretation of “the sign of Jonah”, as mentioned in the New Testament. Could the references to this really be to the beginnings of preaching the good news to non-Jews? The latter effort began with Paul around the years A.D. 45-50. This preaching was enthusiastically received by the non-Jewish pagans, just as, according to the Old Testament, the preaching of Jonah was received by the inhabitants of Nineveh.

Then there is the eloquent silence of the written Gospels on the subject of the destruction of the Jewish Temple. The destruction of the Temple had profound consequences for the entire Jewish world. What can we make of the typically prophetic biblical style that announces future events, if the Gospels were truly written after the destruction of Jerusalem in AD. 70?

This list of examples could be extended.

Claude Tresmontant, The Hebrew Christ, σελ. x, xi.

All this appears clearly when we study the Gospel according to Matthew. This Gospel is a translation into Greek of documents that were first written in Hebrew. This translation is a very ancient one. It does not date only from the end of the first century A.D., as the majority of exegetes still hold today. All the indications, signs, and characteristics in the book we call the Gospel according to Matthew point to a very ancient period, a period only shortly after the momentous events of A.D. 30—certainly before the first joyous proclamation of the good news of Christ to the pagans and the uncircumcised which occurred around A.D. 36-40. There is absolutely nothing in this Gospel that would lead us to suppose that it was composed later; there is no text, nor any fragment of a text; there is not so much as a mark; there is nothing. The claim that the Gospel according to Matthew was only composed toward the end of the first century is a totally arbitrary claim. The only thing this claim has going for it is the fact that the majority opinion among exegetes today supports it. That is simply to say that the opinion rests upon nothing but itself. This view is the plainest kind of begging of the question: the majority of exegetes today hold to this view; therefore, this is the view that must be held to. There is no more logic to the position than that.

The history of sciences amply demonstrates that this sort of attitude and behavior, that is, following the prevailing opinion among those in a given field, whether cosmology, physics, biology, medicine, or what have you, has for many centuries been a major cause of the persistence of gross errors in all these disciplines. That a majority holds a given view is not an argument in science; every scholar or researcher is obliged in conscience to examine his own discipline and to ask himself what the assumptions and presuppositions in his discipline that are taken for granted really consist of and what kind of basis they rest on. The history of science also demonstrates that, when a scholar or researcher does undertake to look honestly at the presuppositions and a prioris in his field, the results are often surprising and sometimes even revolutionary.

Claude Tresmontant, The Hebrew Christ, σελ. 9, 10.

Οι Φιλισταίοι και η γραφή τους

Οι Φιλισταίοι και η γραφή τους

Οι Φιλισταίοι μάς ήταν ανέκαθεν γνωστοί από τη Βίβλο: Στη Γένεση (21.32-34, 26.1-8) αναφέρεται ότι στην περιοχή Γέραρα της γης Χαναάν ο Φιλισταίος Αβιμέλεχ και ο αρχιστράτηγος Φιχόλ έκαναν συμφωνία με τον Αβραάμ (19ος αιώνας π.Χ.) ώστε να παραμείνει ο Αβραάμ στη χώρα των Φιλισταίων, για πολύ καιρό. Στο Δευτερονόμιο (2,23) αναφέρεται ότι οι Φιλισταίοι είχαν εγκατασταθεί στη νότια παραλιακή λωρίδα της Χαναάν – τον 12ο αιώνα π.Χ. – αφού εξεδίωξαν τους Αυίμ που κατοικούσαν στην περιοχή της Γάζας, και είχαν δημιουργήσει ομοσπονδία (Πεντάπολη) η οποία περιελάμβανε τις πόλεις Αζωτος, Ασκάλων, Ακκαρών ή Εκρών, Γάζα και Γαθ. Από ιστορικής πλευράς οι Φιλισταίοι ήταν δυνατός και μαχητικός λαός. Στον πόλεμο εναντίον του Ισραήλ διέθεταν 3.000 άμαξες (Σαμουήλ Α’ 13.5) και πλήθος στρατιωτών. Ως τον θάνατο του Ιησού του Ναυή διατηρούσαν όλη τη γη τους. Ο Σαούλ κατάφερε να νικήσει τους Φιλισταίους στην Γαβαά. Αργότερα όμως οι Φιλισταίοι σκοτώνουν τον Σαούλ σε μια μονομαχία στην περιοχή κοντά στην πηγή Ιεζραέλ και κατορθώνουν να πάρουν τις πόλεις τους πίσω. Ο Δαβίδ, ο οποίος είχε νικήσει τον Γολιάθ σε μονομαχία, κατεδίωξε τους Φιλισταίους από τη Γαβαά στη Γεζέρ και αργότερα κατέλαβε τη Γαθ και τα περίχωρά της. Ο Σολομών τελικά κατέλαβε τη γη των Φιλισταίων και στη συνέχεια οι Φιλισταίοι υποτάχθηκαν στους Ασσυρίους, στους Αιγυπτίους, στους Βαβυλωνίους, στους Πέρσες και τελικά στους Ελληνες του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Από την εποχή της κατάκτησής τους από τους Ρωμαίους και μετά έπαψαν να αναφέρονται από τους ιστορικούς, αλλά αν σκεφθούμε την αιγυπτιακή επωνυμία τους Plst (Pelesata) και την παλαιοεβραϊκή Pelistim, είναι οι σημερινοί Παλαιστίνιοι! Από πού είχαν έλθει όμως;

Σύμφωνα πάντα με την Παλαιά Διαθήκη, οι σημίτες γείτονες των Φιλισταίων τούς αποκαλούσαν Καφθωρίμ, επειδή προέρχονταν από τη νήσο Καφθώρ. Σε κείμενο της Βίβλου αναφέρεται η Κρήτη ως Kaftor, αλλά και οι μελετητές της Παλαιάς Διαθήκης αναφέρουν ότι η νήσος Καφθώρ είναι η Κρήτη. Αντιστοίχως, σε άλλες γλώσσες της Μ. Ανατολής τούς συναντούμε ως Καπτάρα (Kaptara), ενώ οι Αιγύπτιοι αποκαλούσαν την Κρήτη με το παρόμοιο όνομα «Κεφτιού» (Keftiu). Εκφράσεις όπως «η χώρα Κεφτιού», «πλοία της χώρας Κεφτιού» και «έργα της χώρας Κεφτιού» αναφέρονται σε κείμενα που βρέθηκαν σε αιγυπτιακούς τάφους. Η ονομασία Κεφτιού μάλλον προέρχεται από την ονομασία keptor (κέπτωρ) που στα βαβυλωνιακά σημαίνει τοξότης. Η λέξη keptor έχει την ίδια ρίζα με τις λέξεις Κεφτιού και Καφθώρ. Η προσφώνηση Keftiu ίσως δηλώνει τη διαχρονική φήμη των Κρητών ως των καλύτερων τοξευτών, οπότε το όνομα της χώρας τους πιθανόν να δήλωνε τη «χώρα των τοξοτών». Εμμέσως στο κείμενο του Σαμουήλ (Α’ 13.20) υπάρχει επίσης αναφορά στην ειδίκευση των Φιλισταίων στη μεταλλουργία. Αλλά και σε αυτή την περιγραφή της αρματωσιάς του Γολιάθ (17:4-8, 17) βλέπουμε στοιχεία καθαρά μυκηναϊκά (μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για τον 12ο αιώνα π.Χ., όπου οι Μυκηναίοι έχουν επικρατήσει επί δύο αιώνες στην Κρήτη): κράνος από ορείχαλκο (Koba), αλυσιδωτή πανοπλία (siryon), κοπίδα (kidon), ακόντιο με ορειχάλκινη αιχμή (hanit), δακτύλιο και κορδόνι σφεντόνας.

Προσφάτως ανακοινώθηκαν τα ευρήματα των ανασκαφών της τελευταίας δεκαετίας στον Ασκάλωνα (Ashkelon), την παραθαλάσσια πόλη των Φιλισταίων στην περιοχή της Γάζας, νότια του Τελ Αβίβ. Τα ενεπίγραφα κεραμικά με χρώμα κόκκινο που βρέθηκαν ήταν αποτέλεσμα μιας καταστροφής της πόλης κατά τον 16ο αι. π.Χ. Οι ανασκαφές αυτές αποκάλυψαν ότι οι Φιλισταίοι είχαν αναπτύξει αξιόλογη αγγειοπλαστική τέχνη (ασκαλωναία κεράμια) και αξιόλογη αρχιτεκτονική κατασκευών. Στον Ασκάλωνα οι ανασκαφείς εντόπισαν 19 ενεπίγραφα χρωματισμένα κεραμικά κομμάτια τα οποία αντιπροσωπεύουν μια μορφή αιγαιακής γραφής. Οι ανασκαφείς υποστηρίζουν ότι μερικά από τα ευρήματα είναι δοχεία αποθήκευσης τα οποία έχουν μεταφερθεί πιθανόν από την Κύπρο και την Κρήτη και τα οποία έφθασαν στην αποικία του Ασκάλωνα με τους πρώτους κατοίκους γύρω στο 2000 π.Χ. Οι δε σημάνσεις και χαράγματα που υπάρχουν στα δοχεία αυτά μαρτυρούν ότι χαράχτηκαν αλλού, όχι στον Ασκάλωνα. Από αναλύσεις που έγιναν προκύπτει όμως ότι ένα από τα 19 ενεπίγραφα κεραμικά ευρήματα κατασκευάστηκε από τοπικό άργιλο, γεγονός το οποίο δείχνει ότι οι Φιλισταίοι πιθανόν μετέφεραν την προγενέστερη ικανότητα γραφής στη νέα τους αποικία.

Τα ενεπίγραφα ευρήματα παρουσιάστηκαν στο τεύχος του Μαρτίου του 2007 του αρχαιολογικού περιοδικού «The Israel Exploration Journal», από δύο καθηγητές του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, τον Φρανκ Μουρ Κρος και τον Λόρενς Ε. Στέιτζ. Ο δρ Κρος, ως ειδικός στις γλώσσες και στις διαλέκτους της Μέσης Ανατολής, αναφέρει ότι η γραφή στα ευρήματα είναι αιγαιακής προέλευσης και τη χαρακτήρισε κράμα κυπρο-μινωικής και Γραμμικής Α γραφής. Στη θέση αυτή συμφωνεί και ο επικεφαλής της ανασκαφής αρχαιολόγος δρ Στέιτζ. Οι δύο αρχαιολόγοι επισημαίνουν ακόμη ότι τα ενεπίγραφα ευρήματα «αποκαλύπτουν για πρώτη φορά ότι οι πρώτοι φιλισταίοι κάτοικοι του Ασκάλωνα ήξεραν να γράφουν και να διαβάζουν, σε μη σημιτική γλώσσα, που δεν έχει ακόμη αποκρυπτογραφηθεί. Ισως να μην ήταν υπερβολικό να πούμε ότι οι επιγραφές είναι γραμμένες σε μια γραφή που η βάση της είναι η κυπρο-μινωική γραφή την οποία χρησιμοποίησαν και αλλοίωσαν οι Φιλισταίοι. Εξετάζοντας τις επιγραφές αυτές, μάλλον εξετάζουμε το παλαιότερο χειρόγραφο των Φιλισταίων».

Μετά το 1000 π.Χ. οι Φιλισταίοι, κατακτημένοι από τις σημιτικές φυλές και με την πάροδο του χρόνου, αντικατέστησαν το αλφάβητό τους με το εβραϊκό.

Μπανιέρες και αποχετεύσεις 4.000 ετών

«Μια μέρα, ύστερα από μια νεροποντή, είδα με ενδιαφέρον ότι όλες οι υδρορρόες της μινωικής Αγια-Τριάδας λειτουργούσαν τέλεια και είδα το νερό να τρέχει στους αποχετευτικούς αγωγούς, όπου ένας άνδρας μπορούσε να περπατήσει ορθός. Αμφιβάλλω αν υπάρχει άλλη τέτοια περίπτωση αποχετευτικού δικτύου που λειτουργεί έπειτα από 4.000 χρόνια!». Angelo Mosso (Escursioni nel Mediterraneo e gli scavi di Creta, Treves, Milano, 1907).

Το 1500 π.Χ. το ανακαινισμένο παλάτι της Κνωσού υψωνόταν με τέσσερις ορόφους, που στέγαζαν 1.500 δωμάτια. Αναρίθμητοι διάδρομοι σχημάτιζαν έναν πραγματικό λαβύρινθο, που δικαιολογημένα τροφοδότησε τη φαντασία των υπόλοιπων Ελλήνων με τον μύθο του Μινώταυρου. [Γλωσσολογικά η λέξη «λαβύρινθος» προέρχεται από τη λέξη «λάβυρς», που σημαίνει διπλούς πέλεκυς – το έμβλημα του Μίνωος]. Το πιο ουσιαστικό όμως επίτευγμα των μηχανικών εκείνης της εποχής είναι το πώς διασφάλισαν την υγιεινή συμβίωση τόσων ανθρώπων.

Οπως ανακάλυψαν οι αρχαιολόγοι, οι μινωίτες υδραυλικοί εκμεταλλεύθηκαν την απότομη κλίση του εδάφους για να δημιουργήσουν ένα πλήρες δίκτυο λουτρών και αποχέτευσης. Οι σωληνώσεις αλλού βρίσκονταν ακριβώς κάτω από το δάπεδο των ανακτόρων και αλλού σε βάθος 3,5 μέτρων. Ο κύριος αποχετευτικός αγωγός ήταν φτιαγμένος από μεγάλες πλάκες σε τετράγωνη διατομή, που δένονταν μεταξύ τους με ξύλινους συνδέσμους. Οι επί μέρους αγωγοί ήταν πέτρινοι – ενωμένοι με είδος τσιμέντου – και βρίσκονταν κάτω από τους διαδρόμους. Για την απορροή του νερού της βροχής χρησιμοποίησαν κεραμικούς αυλούς, με τέλειες γωνίες και συνδέσμους.

Ιδιαίτερης φροντίδας είχε τύχει το λουτρό της βασίλισσας. Εκτός από τους νεροχύτες, μια μπανιέρα μήκους 1,5 μέτρου βρισκόταν στο κέντρο του δωματίου. Ηταν κεραμική, ζωγραφισμένη και διακοσμημένη περίτεχνα. Το χρησιμοποιημένο νερό χυνόταν σε μια τρύπα στο δάπεδο, που συνδεόταν με το αποχετευτικό σύστημα και κατέληγε στο ποτάμι. Πολύ κοντά στο δωμάτιο αυτό βρισκόταν και το… παγκοσμίως πρώτο αποχωρητήριο με «καζανάκι»: Εκτός από τη σχισμή στο δάπεδο που αφόδευε στον αγωγό αποχέτευσης και τον κατάλληλα τοποθετημένο ξύλινο πάγκο για τους επισκέπτες του, υπήρχε ειδικός αγωγός που έριχνε νερό καθαρισμού προερχόμενο από δεξαμενή. Τέτοια «WC» υπήρχαν διάσπαρτα αρκετά στο παλάτι. Ναι… όλα αυτά την εποχή που όλοι οι άλλοι «έτρεχαν στη φύση».

Επιστημονικός σύμβουλος: Dr Μ. Τσικριτσής, ερευνητής Αιγαιακών Γραφών

Το ΒΗΜΑ, 12/08/2007

Περί της δυσνόητης (έως ακαταλαβίστικης) «φιλοσοφίζουσας» γλώσσας / About hard to understand “philosophical” language

Πολλές φορές έχω συναντήσει βιβλία που ασχολούνται με τη Βίβλο, ας τα ονομάσω θεολογικά ή θρησκευτικά, των οποίων οι συγγραφείς χρησιμοποιούν πολύ εξεζητημένη γλώσσα, εξαιρετικά δυσνόητη. Γλώσσα που «φιλοσοφίζει». Ένας τέτοιος συγγραφέας για παράδειγμα, είναι, κατά την άποψή μου, ο κος Χρήστος Γιανναράς (ο οποίος βέβαια είναι φιλόσοφος). Φυσικά, μπορεί εγώ απλώς να μην μπορώ να καταλάβω αυτή τη γλώσσα λόγω περιορισμένων διανοητικών ικανοτήτων, και να την στηλιτεύω άδικα. Ποιος ξέρει…

Ωστόσο, διαβάζοντας το βιβλίο του Wilbur Smith, Therefore Stand, (σελ. xviii), βρήκα την παρακάτω δήλωση η οποία μου έκανε μεγάλη εντύπωση, και την οποία θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας για να βγάλει ο καθένας τα δικά του συμπεράσματα. Γράφει ο Wilbur Smith:

It is with regret that I have been compelled, here and there, to enter into philosophical matters. I have never had any great passion for philosophy myself, and I believe that thousands of pages of philosophical literature contain nothing but the vain speculations of men, contradicting one another, and greatly varying within the lifetime of the philosophers themselves. But philosophy is exercising an enormous influence in contemporary thought, and it has been impossible to avoid some metaphysical subjects. It has especially been necessary to say something about the relation of Kant’s philosophy to religion, and the philosophic implications of the denial and affirmation of the doctrine of creation. Having said this much, I must here add two convictions of my own. The first is that I do not believe when this war is over, and young men return to a life of study and intellectual pursuits, that they are going to discuss the great truths of the Christian faith, either affirmatively or negatively, in the complex and difficult phraseologies of Kant and Hegel. It is paramount that we as Christians present some facts of the Christian faith, and the facts of science, as they relate to creation; and the evidence of history, as it relates to the resurrection of Christ. Though we do not flee from the arena of philosophical discussion, we insist that this is not the only area in which the Christian battle is to be fought. Unbelief can easily entangle young men in a philosophical, technical nomenclature, and make them only realize that they are in a fog. I do not find, e.g., that unbelief today is talking much about the evidence for the resurrection and the necessity for believing in God, as a Creator, yet it is back to these great inescapable realities that we need to go.

It has been the author’s deliberate intention to avoid an irritatingly technical phraseology. Though this volume concerns some of the profoundest problems that can ever engage the minds of men, he hopes that no reasonably educated person, with careful reading, will fail to understand a single sentence in these pages. One of the most justified criticisms of much of our modern theological and philosophical liter­ature is that one frequently is not really sure what an author means. I regret that I have had to read thousands and thousands of lines which are not only vague and indefinite, but which, in themselves, cannot possibly communicate any vital truth. Let me illustrate what I mean. Canon Charles E. Raven, one of the recognized scholars of the Church of England today, in his new book, Science, Religion, and the Future, quotes with strong approval this sentence from the writings of the late Professor Oman: “When Oman summarized his conclusions in the words, ‘Reconciliation to the evanescent is revelation of the eternal and revelation of the eternal a higher reconciliation to the evanescent,’ he stated the principles of a theology in which there could be no ultimate antithesis between nature and grace or between science and religion, in which indeed the words of the scientist and the theologian were seen to be one and the same, their unity being sacra­mentally or incarnationally interpreted.” Now, frankly, I do not know what Oman meant when he talked about “the eternal a higher reconciliation to the evanescent.” And I do not know what Canon Raven means when he talks about the language of the scientist and theologian being incarnationally interpreted.” What is more, I do not think a lot of other people know what these phrases mean, and I am absolutely sure that even if they knew what the phrases meant, they would not, by using them, be able to persuade young men today of the truth and the reasonableness of the great facts of the Christian faith. It is this kind of language I have striven to avoid.

Το παράδοξο της χαράς του Χριστού /The paradox of the joy of Christ

When we come to the public ministry of the last days of our Lord we are face to face with a most astonishing fact, namely that it was in the last twenty-four hours of Jesus’ life on earth, that He spoke more frequently both of peace and joy than He did in all the rest of His three years of preaching and teaching combined, as far as the records inform us. It was on this last night that Jesus Himself was betrayed by Judas, He was denied by Peter, He was hated by the world, He was rejected by His own brethren, He was mistreated by the soldiers, He was about to suffer every indignity physical and mental. He knew within twenty-four hours He would be nailed to a cross, He was Him­self in such agony that He shed as it were drops of blood and cried out that His own soul was exceeding sorrowful even unto death. And yet it was in this very twenty-four hour period, which in many ways may be called the darkest night in human history, that Jesus spoke exclusively of His own joy. I do not find Him speaking of His own joy in any other passage in the New Testament. Let us recall his words: “These things have I spoken unto you, that my joy may be in you, and that your joy may be made full.” “And ye therefore now have sorrow: but I will see you again, and your heart shall rejoice, and your joy no one taketh away from you . . . Hitherto have ye asked nothing in my name: ask, and ye shall receive, that your joy may be made full.” “But now I come to thee; and these things I speak in the world, that they may have my joy made full in themselves.”[1] At the same time our Lord continually referred to His own peace: “Peace I leave with you; my peace I give unto you: not as the world giveth, give I unto you. Let not your heart be troubled, neither let it be fear­ful.” “These things have I spoken unto you, that in me ye may have peace. In the world ye have tribulation: but be of good cheer; I have overcome the world.”[2] After He was raised from the dead it was this peace that He so desired His disciples to possess. “When therefore it was evening, on that day, the first day of the week, and when the doors were shut where the disciples were, for fear of the Jews, Jesus came and stood in the midst, and saith unto them, Peace be unto you. And when he had said this, he showed unto them his hands and his side. The disciples therefore were glad, when they saw the Lord. Jesus therefore said to them again, Peace be unto you: as the Father hath sent me, even so send I you . . . And after eight days again his disciples were within, and Thomas with them. Jesus cometh, the doors being shut, and stood in the midst, and said, Peace be unto you.”[3] What gave our Lord this peace and joy? I think the same thing that gives us peace and joy. Paul says we have these two precious things in believ­ing. Christ as a Man had them likewise in believing, in the things He knew, in the things He was sure of, in His knowledge of His father, of Himself, His work and of the future.

[1] Ιωά. 15:11· 16:22-24· 17:13.

[2] Ιωά. 14:27· 16:33

[3] Ιωά. 20:19-21, 26.

Wilbur Smith, Therefore Stand, σελ. 470, 471.

Ο Δανιήλ και οι 3 φίλοι του / Daniel and his 3 friends

According to Professor William Shea from Andrews University a Babylonian inscription may record the actual names of Daniel’s three friends, Hananiah, Mishael and Azariah. Daniel 1:6-7 states the following:

DA 1:6 Now among them from the sons of Judah were Daniel, Hananiah, Mishael and Azariah.

DA 1:7 Then the commander of the officials assigned new names to them; and to Daniel he assigned the name Belteshazzar, to Hananiah Shadrach, to Mishael Meshach and to Azariah Abednego. Daniel 1:6-7 (NASB)

The Istanbul Prism of Nebuchadnezzar is a clay prism found in Babylon, housed in the Istanbul museum, which gives a list of men and their titles. Three men listed on the prism have pronunciations, which are very similar to the names of Daniel’s three friends. Whether or not they are the actual men mentioned in the bible is uncertain.

Found on the list is the name Arbenebo, Official of the Royal Prince. This name is the equivalent to the Aramaic name Abednego and may in fact be the first mention of one of Daniel’s friends found outside of the Bible.

Another name found on the list is Hannunu, Commander of the king’s merchants. The name Hannunu may be the Babylonian equivalent for the Hebrew name Hananiah.

Another name found on the list is Meshaku, Official to Nebuchadnezzar. Meshaku is very similar in pronunciation to Meshach.

Each of these men held an administrative position in Babylon just as Daniel 2:49 states.

Bible Believer’s Archaeology Volume 1, σελ. 102.

Τα τέσσερα Ευαγγέλια συγκρινόμενα με τα απόκρυφα ευαγγέλια

Τι δεν γράφουν τα τέσσερα Ευαγγέλια

Του Ιωάννη Δ. Καραβιδόπουλου

1. Όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, τα γνωστά μας τέσσερα Ευαγγέλια της Καινής Διαθήκης δεν αφηγούνται την Ανάσταση του Χριστού, ενώ δίνουν πολλές λεπτομέρειες στις διηγήσεις τους για τα Πάθη (σύλληψη, δίκη στο Μ. Συνέδριο, στον Πιλάτο, σταύρωση, ταφή), καθώς και για την προηγούμενη δραστηριότητά του. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση το ενδιαφέρον των συγγραφέων τους δεν είναι αυστηρά ιστορικό αλλά ερμηνευτικό: Επικεντρώνεται δηλαδή στην ερμηνεία των γεγονότων και τη σημασία τους για τον αναγνώστη. Σ’ αυτό το πλαίσιο προσάγονται από τους ευαγγελιστές χωρία της Παλαιάς Διαθήκης για να τονιστεί πως ό,τι συμβαίνει στην τρίτη δεκαετία του Α’ αιώνα μ.Χ. σχετικά με τη σταύρωση του Ιησού δεν αποτελεί επιτυχία των Ιουδαϊκών και Ρωμαϊκών αρχών αλλά θέλημα του Θεού που εξαγγέλθηκε προ πολλών αιώνων.

Πολλές λεπτομέρειες της αφήγησης έχουν καθαρά διδακτικό χαρακτήρα: Με την άρνηση π.χ. του Πέτρου και εν συνεχεία με τα δάκρυα της μετάνοιας θέλουν να δείξουν ότι υπάρχει πάντοτε για τον χριστιανό η δυνατότητα μετάνοιας και αλλαγής, τίποτε δεν είναι τελεσίδικο και ιδιαίτερα κάποια αποτυχημένη προσωπική επιλογή. Η προδοσία που έγινε μέσα από τον κύκλο των μαθητών (ας σημειωθεί ότι η πληροφορία ότι ο Ιούδας ήταν «ένας από τους δώδεκα» δίνεται επανειλημμένα) δεν έχει στόχο την ιστορική ενημέρωση του αναγνώστη αλλά είναι μια φωνή για επαγρύπνηση, δεδομένου ότι η προδοσία του Χριστού ή των ιδανικών της πίστης δεν οφείλεται κατ’ ανάγκην, όπως συνήθως πολύ εύκολα λέγεται σήμερα, στους «εχθρούς της Εκκλησίας», αλλά μπορεί να προέρχεται μέσα από τους κόλπους της Εκκλησίας! Ωστόσο ο διδακτικός και κατηχητικός, εν πολλοίς και απολογητικός, χαρακτήρας των ευαγγελίων στηρίζεται σταθερά στο έδαφος της ιστορίας.

Ας έλθουμε όμως στην αρχική διαπίστωσή μας περί μη περιγραφής της Ανάστασης. Γιατί αλήθεια δεν την αφηγούνται οι ευαγγελιστές; Μήπως γιατί δεν ανήκει στη νομοτέλεια αυτού του κόσμου; Μήπως γιατί δεν μπορεί να περιγράψει κανείς ένα γεγονός που ξεπερνά τα όρια των ιστορικά ελέγξιμων γεγονότων, αλλά ανάγεται στη σφαίρα της πίστης; Την έλλειψη αυτή την αισθάνθηκαν τον Β’ και Γ’ αιώνα μ.Χ. ορισμένοι συγγραφείς απόκρυφων κειμένων και έδωσαν κάποιες περιγραφές, νομίζοντας ότι έτσι συμπληρώνουν τα «κενά», στην πραγματικότητα όμως πέτυχαν να δώσουν μυθικές διαστάσεις σε πρόσωπα και γεγονότα. Ένα απόσπασμα από το απόκρυφο Ευαγγέλιο του Πέτρου (του Β’ αιώνα) είναι χαρακτηριστικό:

«Καθώς ξημέρωνε το Σάββατο, νωρίς το πρωί ήρθε πλήθος κόσμου από την Ιερουσαλήμ και τη γύρω περιοχή, για να δουν τον σφραγισμένο τάφο. Τη νύχτα όμως κατά την οποία ξημέρωνε η Κυριακή, καθώς οι στρατιώτες φρουρούσαν δύο-δύο σε κάθε βάρδια, ακούστηκε μια δυνατή φωνή στον ουρανό. Είδαν τους ουρανούς ν’ ανοίγουν και δύο άνδρες να κατεβαίνουν από κει μέσα σε λαμπερό φως και να πλησιάζουν τον τάφο. Εκείνη η πέτρα που είχε τοποθετηθεί μπροστά στην είσοδο κύλησε από μόνη της και ήρθε στο πλάι, ο τάφος άνοιξε και οι δύο νεανίσκοι μπήκαν μέσα. Όταν λοιπόν οι στρατιώτες τα είδαν αυτά, ξύπνησαν τον εκατόνταρχο και τους πρεσβυτέρους – γιατί κι αυτοί επίσης φύλαγαν τον τάφο. Και ενώ αφηγούνταν αυτά που είδαν, βλέπουν πάλι να βγαίνουν από τον τάφο τρεις άνδρες, οι δύο από αυτούς υποβάσταζαν τον ένα και τους ακολουθούσε ένας σταυρός. Των μεν δύο το κεφάλι έφτανε ως τον ουρανό, ενώ του άλλου που τον οδηγούσαν το κεφάλι ξεπερνούσε τους ουρανούς. Άκουσαν μια φωνή από τον ουρανό να λέει: “Κήρυξες στους κοιμωμένους;”. Και από το σταυρό ακούστηκε η απάντηση: “Ναι”».

Οι ευαγγελιστές της Καινής Διαθήκης, χωρίς εξάρσεις και υπερβολές, παραδίνουν την ιστορική εμπειρία ορισμένων ανθρώπων που συνάντησαν τον Αναστημένο Χριστό ή επισκέφθηκαν τον άδειο τάφο. Η βεβαιότητα της μαρτυρίας τους ήταν τόσο έντονη που τους οδήγησε κατόπιν στο μαρτύριο. Αλλιώς δεν εξηγείται πώς οι πρώτοι κήρυκες της νέας πίστης έγιναν οι πρώτοι μάρτυρές της.

Η μαρτυρία αυτή της ανθρωπολογικής σημασίας της Ανάστασης του Χριστού συνεχίζεται και στη Βυζαντινή τέχνη, στην οποία δεν απεικονίζεται η ανάσταση καθ’ εαυτήν (εκτός από κάποιες δυτικές αναγεννησιακές εικόνες που εισχώρησαν στην Ανατολή χωρίς να επικρατήσουν) αλλά ο Χριστός που σπάζει τις κλειδαριές του Άδη και νικώντας τον θάνατο δίνει το χέρι του και ανασταίνει τον Αδάμ και την Εύα, εκπροσώπους του ανθρώπινου γένους.

2. Τα γνήσια Ευαγγέλια δίνουν τις περιγραφές αυτοπτών μαρτύρων με δωρική λιτότητα και χωρίς συναισθηματικές φορτίσεις. Η επίσκεψη των μυροφόρων γυναικών ή ορισμένων μαθητών στον άδειο τάφο του Χριστού δεν συνοδεύεται από συγκινησιακές εκρήξεις αλλ’ εμπεριέχει μήνυμα ελπίδας και ζωής. Η πληροφορία ότι ο τάφος του Χριστού, που κατά τις μαρτυρίες των Ευαγγελίων βρισκόταν κοντά στον Γολγοθά (βλ. Ιωαν. 19,41-42), δεν αμφισβητήθηκε από κανένα ιστορικό ή αρχαιολόγο, χριστιανό ή Ιουδαίο. Τα περί ευρεθέντος (πριν από 26 χρόνια) δήθεν τάφου του Ιησού από τον σκηνοθέτη Τζέιμς Κάμερον στη συνοικία Ταλμπιγιότ στο νότιο τμήμα της νέας Ιερουσαλήμ δεν έχουν καμία σχέση με τον πραγματικό τάφο, ούτε τοπική ούτε ιστορική ούτε αρχαιολογική. Σε άλλους σκοπούς αποβλέπουν, και μάλιστα παραμονές του Πάσχα…

3. Τα απόκρυφα Ευαγγέλια του Β’ και Γ’ μ.Χ. αιώνα θέλουν να εντυπωσιάσουν με τις υπερβολές της περιγραφής τους, με τις πληροφορίες τους για τα ανώνυμα δευτερεύοντα πρόσωπα των κανονικών ευαγγελίων (π.χ. οι δύο ληστές που σταυρώθηκαν μαζί με τον Ιησού ονομάζονται στα απόκρυφα Γίστας και Δισμάς, ο εκατόνταρχος της σταύρωσης Λογγίνος, ο υπεύθυνος της φρουράς του τάφου Πετρώνιος κτλ.), με τον ασαφή συμφυρμό αλήθειας και μύθου με μεγάλα ποσοστά υπεροχής του δεύτερου κ.ά. Αντίθετα, τα Ευαγγέλια της Καινής Διαθήκης δίνουν ερμηνεία των γεγονότων, μια ερμηνεία που εμπεριέχει μήνυμα ελπίδας και πρόταση ζωής, και μάλιστα ζωής όχι μόνο μελλοντικής αλλά κυρίως παροντικής.

Η κατ’ ανάγκην σύντομη σύγκριση που κάναμε ανάμεσα σ’ αυτά που δεν γράφουν τα τέσσερα Ευαγγέλια και σ’ αυτά που γράφουν τα πολλά μεταγενέστερα απόκρυφα ανατρέπει την αφελή άποψη ότι τα απόκρυφα περιέχουν συγκλονιστικά στοιχεία που δήθεν κλονίζουν την πίστη της Εκκλησίας. Σήμερα τα κείμενα αυτά εκδίδονται, μεταφράζονται και μελετούνται διεθνώς αλλά και στον τόπο μας. Η μελέτη δείχνει εκτός των άλλων και τη διαφορά επιπέδου ανάμεσα στο ευαγγελικό αισιόδοξο μήνυμα ελπίδας και στον απόκρυφο μυθικό εντυπωσιασμό.

Ο κ. Ιωάννης Δ. Καραβιδόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής Ερμηνείας της Καινής Διαθήκης στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Το ΒΗΜΑ, 08/04/2007

What are the implications of the reality of Christ’s Resurrection / Τι συνεπάγεται η πραγματικότητα της Ανάστασης του Κυρίου Ιησού Χριστού;

The Testimony of Christ’s Resurrection to the Truthfulness of His Previous Utterances.

One cannot speak to many audiences concerning the Resurrection of Christ without realizing that, before the message is finished, some will be asking, “Well, if it is true that Christ rose from the dead, what is the practical result of that historical event for us today?” I think there are at least four things which we should always remember that the Resurrection guarantees to us. The first is one which is rarely discussed in works dealing with this subject, namely the truthfulness, the dependability of all of Christ’s utterances. If our Lord said, frequently, with great definiteness and detail, that after He went up to Jerusalem He would be put to death, but on the third day He would rise again from the grave, and this prediction came to pass, then it has always seemed to me that everything else that our Lord ever said must also be true. If the words concerning His Resurrection were true, then when He said that His precious blood was to be shed for the remission of sins, that is true also. When He said that He came down from the Father above, that the words He spoke the Father had given Him, that He and the Father were one, that He was indeed the Son of God, He was speaking the truth. When our Lord said that whoever would believe on Him would have everlasting life, and whoever refused to believe on Him would be eternally condemned, He spoke the truth. That empty tomb, and the fact of the risen Lord, should assure us forever that when the Lord said He was going to prepare a place for us, that He would come again and receive us to Himself, and also that when the dead heard the voice of the Son of God, they would come forth from their graves, and that He will, Himself, be the Judge of all mankind, He was speaking the truth. There are many difficult things in the New Testament, there are many difficult and profound things in the Gospels, but whether we fully understand every phrase in the Gospels or not, and I am frank to say that I do not, I at least believe that what Christ said was true. We can never accept the Resurrection of Christ, and have any doubt about the truthfulness of any utterance that ever proceeded from His lips.

Wilbur Smith, Therefore Stand, σελ. 418, 419.

Πόσο θεμελιώδες ήταν το δόγμα της Ανάστασης για τον απ. Παύλο; / How fundamental is the belief in Resurrection for apostle Paul?

In the Athenian address, as we have previously noticed, two great schools of philosophy are particularly noted, the Stoic and the Epicurean. Now the Stoics were fatalists, and also pantheists; they believed that all the troubles in life came from the body, and that the chief end of life was to subdue every bodily appetite and desire, to live as reasonably and sanely as possible, until the hour of death should arrive, when the troubles of this life would be over, because the body had been left behind Some of the Stoics even went so far as to recommend suicide, so that the soul might escape the body. The Epicureans, on the other hand, “with their thorough-going atomistic materialism would not allow that the soul had any existence apart from the body; on the contrary, they held that the soul came into being at the moment of conception, grew with the body, and at the body’s death was once more dissolved into the atoms from which it first was formed.”

All the best thought of the Greeks and Romans then, agreed in this, that a resurrection of the body was never to be expected and not to be desired. Recognizing then that the resurrection of men would be ridiculous, illogical, and unbelievable to the Greeks of Athens, one might well ask, “Why then should Paul refer to it as he addressed these philosophers concerning the Lord Jesus Christ?” I think that Canon Sparrow-Simpson has given the one true, acceptable answer: “The introduction of such a doctrine into circumstances eminently unfavourable, might seem to be a failure of that insight and versatility with which we know the apostle was usually endowed to a most exceptional degree. His deliberate selection in this instance of a theme unfavourable to his design surely illustrates remarkably his sense of its fundamental character. It could not, consistently with faithfulness to his message, be possibly left out. Bearing in mind what he said about the Resurrection of Christ in 1 Cor. 15, we can well understand why he taught it even in Athens. The fact was that S. Paul had no message without it. He had nothing else to teach. He founded Christianity upon it.”

Wilbur Smith, Therefore Stand, σελ. 417, 418.

Το στοιχείο που συνηγορεί υπέρ της πραγματικότητας της εμφάνισης του Κυρίου Ιησού Χριστού στο Σαύλο / About the actuality of Christ’s appearance to Saul

The late Professor Doremus A. Hayes, in a volume which is exceptionally helpful, The Resurrection Fact, well reminds us of a number of important details concerning the actuality of this appearance: “It was a veritable appearance of the Resurrected One, but it was different in one respect at least from all which had preceded it. Those appearances had been to believers, disciples, and friends only. This appearance was to the most active enemy the Christian church had. Stephen saw the Risen One when he was filled with the Spirit. Saul had been filled with nothing but hate for this impostor and His cause. He was in no psychological condition for apocalyptical revelation. He was at the farthest remove from the possibility of an ecstatic vision. Nothing but a sudden, unexpected, objective, irresistible revelation of the Resurrected One Himself in the majesty of His divine power could convince and convert a man like Saul. It was such an appearance which was given him.

Wilbur Smith, Therefore Stand, σελ.413.

Μήνυμα του καθηγητή Robert Jastrow / Message from professor Robert Jastrow

Truth Journal

Message from Professor Robert Jastrow

(Board of Advisors)

Professor Robert Jastrow-Ph.D. (1948), from Columbia University; Chief of the Theoretical Division of the National Aeronautics and Space Administration (1958-61) and Founder/Director of NASA ‘s Goddard Institute; Professor of Geophysics at Columbia University; Professor of Space Studies-Earth Sciences at Dartmouth College. Writings include: Astronomy: Fundamentals And Frontiers (Wiley, 1972); God And The Astronomers (Norton, 1978); The Enchanted Loom (Touchstone, 1983); Has been described by Paddy Chayevsky as “the greatest writer on science alive today.”

Recent developments in astronomy have implications that may go beyond their contribution to science itself. In a nutshell, astronomers, studying the Universe through their telescopes, have been forced to the conclusion that the world began suddenly, in a moment of creation, as the product of unknown forces.

The first scientific indication of an abrupt beginning for the world appeared about fifty years ago. At that time American astronomers, studying the great clusters of stars called galaxies, stumbled on evidence that the entire Universe is blowing up before our eyes. According to their observations, all the galaxies in the Universe are moving away from us and from one another at very high speeds, and the most distant are receding at the extraordinary speed of hundreds of millions of miles an hour.

This discovery led directly to the picture of a sudden beginning for the Universe; for if we retrace the movements of the moving galaxies backward in time, we find that at an earlier time they must have been closer together than they are today; at a still earlier time, they must have been still closer together; and if we go back far enough in time, we find that at a certain critical moment in the past all the galaxies in the Universe were packed together into one dense mass at an enormous density, pressure and temperature. Reacting to this pressure, the dense, hot matter must have exploded with incredible violence. The instant of the explosion marked the birth of the Universe.

The seed of everything that has happened in the Universe was planted in that first instant; every star, every planet and every living creature in the Universe came into being as a result of events that were set in motion in the moment of the cosmic explosion. It was literally the moment of Creation.

From a philosophical point of view, this finding has traumatic implications for science. Scientists have always felt more comfortable with the idea of a Universe that has existed forever, because their thinking is permeated with the idea of Cause and Effect; they believe that every event that takes place in the world can be explained in a rational way as the consequence of some previous event. Einstein once said, “The scientist is possessed of a sense of infinite causation.” If there is a religion in science, this statement can be regarded as its principal article of faith. But the latest astronomical results indicate that at some point in the past the chain of cause and effect terminated abruptly. An important event occurred-the origin of the world-for which there is no known cause or explanation within the realm of science. The Universe flashed into being, and we cannot find out what caused that to happen.

This is a distressing result for scientists because, in the scientist’s view, given enough time and money, he must be able to find an explanation for the beginning of the Universe on his own terms-an explanation that fits into the framework of natural rather than supernatural forces.

So, the scientist asks himself, what cause led to the effect we call the Universe? And he proceeds to examine the conditions under which the world began. But then he sees that he is deprived-today, tomorrow, and very likely forever-of finding out the answer to this critical question.

Why is that? The answer has to do with the conditions that prevailed in the first moments of the Universe’s existence. At that time it must have been compressed to an enormous-perhaps infinite-density, temperature and pressure. The shock of that moment must have destroyed every relic of an earlier, pre-creation Universe that could have yielded a clue to the cause of the great explosion. To find that cause, the scientist must reconstruct the chain of events that took place prior to the seeming moment of creation, and led to the appearance of our Universe as their end product. But just this, he cannot do. For all the evidence he might have examined to that end has been melted down and destroyed in the intense heat and pressure of the first moment. No clue remains to the nature of the forces-natural or supernatural that conspired to bring about the event we call the Big Bang.

This is a very surprising conclusion. Nothing in the history of science leads us to believe there should be a fundamental limit to the results of scientific inquiry. Science has had extraordinary success in piecing together the elements of a story of cosmic evolution that adds many details to the first pages of Genesis. The scientist has traced the history of the Universe back in time from the appearance of man to the lower animals, then across the threshold of life to a time when the earth did not exist, and then back farther still to a time when stars and galaxies had not yet formed and the heavens were dark. Now he goes farther back still, feeling he is close to success-the answer to the ultimate question of beginning-when suddenly the chain of cause and effect snaps. The birth of the Universe is an effect for which he cannot find the cause.

Some say still that if the astronomer cannot find that cause today, he will find it tomorrow, and we will read about it in the New York Times when Walter Sullivan gets around to reporting on it. But I think the circumstances of the Big Bang-the fiery holocaust that destroyed the record of the past-make that extremely unlikely.

This is why it seems to me and to others that the curtain drawn over the mystery of creation will never be raised by human efforts, at least in the foreseeable future. Although I am an agnostic, and not a believer, I still find much to ponder in the view expressed by the British astronomer E. A. Milne, who wrote, “We can make no propositions about the state of affairs [in the beginning]; in the Divine act of creation God is unobserved and unwitnessed.”

The implication forced upon us by the multiplicity of theories proposed to rationalistically explain away the miracle of the resurrection of Christ / Η σκέψη που γεννιέται αβίαστα από τις πολλαπλές θεωρίες/προσπάθειες αποδόμησης του θαύματος της ανάστασης του Χριστού

No doubt what we are about to say in this brief paragraph has already come into the minds of all my readers. If so many different theories have been proposed to rationalistically account for the faith of the early church in the Resurrection of our Lord, e.g., that it is all a fraud, that the body was stolen either by the disciples or by Joseph, or by somebody else, that after all the Lord was never in this tomb, or that He never died, or that the women went to the wrong tomb, the vision hypothesis, the telegram theory, and all the others proposed at different periods during the last nineteen centuries, by minds of different capacities, and different temperaments, winning followers for a time, and then being laid up on the shelf of the museum of Christological speculation, does not all this really show that no theory has ever been proposed that has been able to win the consent and approval of the great body of men who have predetermined in their own minds that there could not be such an event as the bodily Resurrection of Christ? If after 1.900 years of such theories and hypotheses, beginning with a lie the Sanhedrin concocted that first Easter morning, right down to the present, not one is accepted today as the conception generally held by those who deny the miraculous aspects of Christianity, are we not forced to conclude that no really satisfactory theory is going to be found, even with centuries more of denial, scheming, criticizing, and theorizing? The reason why no theory has ever been proposed, which meets the needs of an unprejudiced, rational person, is because the Lord did rise from the dead, and the evidence for His Resurrection is so overwhelming that by no honorable intellectual device can the evidence be set aside. I do not want to be sarcastic, or mention anything of a fantastical nature, but after looking at this problem myself for about thirty years, I have about come to believe that theories which attempt to explain away the faith of the early church in the bodily Resurrection of Christ are about as foolish as the theory held by a few strange persons in this world that the earth is flat. I do not know how you feel in the matter, but the author, now in middle life, with perhaps not more than a quarter of a century yet to live, cannot afford to take time to read a book attempting to set forth the foolish idea that the earth is flat, and does not see why any of us, after years of study, are under moral obligation to continue to read and study and ponder every new work that comes from a rationalist’s brain that refuses to give honest, full, deserved consideration to this stupendous miracle which has moved the world, established the church, destroyed paganism, quickened the lives of millions, and proved a light that no wind of infidelity has ever been able to extinguish.

Wilbur Smith, Therefore Stand, σελ. 405, 406.

Ποια είναι η σημασία της λέξης «ρακά» στο Ματθ. 5:22;

Εγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ ὀργιζόμενος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἔνοχος ἔσται τῇ κρίσει: ὃς δ’ ἂν εἴπῃ τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ, Ῥακά, ἔνοχος ἔσται τῷ συνεδρίῳ: ὃς δ’ ἂν εἴπῃ, Μωρέ, ἔνοχος ἔσται εἰς τὴν γέενναν τοῦ πυρός.

Ακολουθεί η ερμηνεία της λέξης από τον Δρ Κωνσταντίνο Σιαμάκη (ο οποίος είναι αρκετά καυστικός στις εκφράσεις του, αλλά η λογιότητά του, κατ’ εμέ, βρίσκεται σε πολύ υψηλό επίπεδο).

Ἡ ἐπιστημονικὴ ἔρευνα τὶς περισσότερες φορὲς μοιάζει μὲ τὸ ἔργο τοῦ ἀστυνομικοῦ ντετέκτιβ˙ δύσκολη ἀλλὰ καὶ μὲ συχνὲς εὐχάριστες ἐκπλήξεις. Όπως ἕνας ντετέκτιβ, ἐκεῖ ποὺ ψάχνει γιὰ ὅλες τὶς ὑποθέσεις τοῦ καταλόγου ποὺ ἔχει, ξαφνικὰ ἀνακαλύπτει ὅτι τρεῖς ἀπ᾽ αὐτές, ποὺ τὶς εἶχε γιὰ ἄσχετες, εἶναι στὴν πραγματικότητα τρεῖς φάσεις μιᾶς καὶ τῆς ἴδιας ὑποθέσεως, ἔτσι μοῦ συνέβη κάποτε κι ἐμένα. Όταν μεταξὺ ἄλλων α’) ἐρευνοῦσα νὰ βρῶ πότε ἐμφανίστηκε ἡ τέχνη τῆς ἀποστάξεως, ποὺ ἀγνοεῖ ὁ Ἀριστοτέλης, καὶ ποιοί τὴν ἐπινόησαν, β’) ἤλεγχα μιὰ διδακτορικὴ διατριβὴ ἑνὸς «βιβλικοῦ» γιὰ τὴ διαφορὰ τῶν ἑβραϊκῶν λέξεων ρούαχ καὶ νέφες, ἡ ὁποία διατριβή, παρ᾽ ὅλο ποὺ ἐγκρίθηκε καὶ φυσικὰ δημοσιεύτηκε, μοῦ φαινόταν ὡς ἐλλιπέστατο ὀρνιθοσκάλισμα ἀμαθοῦς, ποὺ δὲν κατάλαβε οὔτε ὅτι τὸ λιγώτερο ἔπρεπε κατ᾽ ἀρχὴν νὰ βρῇ καὶ νὰ ἐλέγξῃ ὅλα τὰ χωρία τοῦ μασοριτικοῦ καὶ τῶν Ἑβδομήκοντα, ὅπου συναντῶνται ἢ μεταφράζονται αὐτές, κι ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα νὰ συμβουλευθῇ τυχοῦσα σχετικὴ βιβλιογραφία, νὰ προχωρήσῃ σ᾽ ὁποιαδήποτε διερεύνησι, καὶ νὰ καταλήξῃ σὲ συμπεράσματα, πρᾶγμα ποὺ παρὰ τὴ συμβουλή μου δὲν ἔγινε, ἐπειδὴ ὁ συντάκτης της δὲν ἦταν ἱκανὸς νὰ τὸ κάνῃ, καὶ γ’) παιδευόμουν νὰ ἐξηγήσω τί σημαίνει ἡ ἑβραϊκὴ λέξι ρακά, τὴν ὁποία ἀναφέρει ὡς ἀξιόποινη βρισιὰ ὁ Κύριος στὴν ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλία του (Μθ 5, 22). κάποια στιγμή κατάλαβα ὅτι τὰ τρία αὐτὰ εἶναι μία καὶ μόνη ὑπόθεσι.

Μέχρι τὴ στιγμὴ ἐκείνη εἶχα δῆ τὰ κυριώτερα λεξικὰ τῆς Κ. Διαθήκης, πάρα πολλὰ ὑπομνήματα στὸ Κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον, καὶ πολλὲς εἰδικὲς ἐργασίες δημοσιευμένες σὲ βιβλικὰ ἐπιστημονικὰ περιοδικά, ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶχα ἀποκομίσει μόνο τὴ διαπίστωσι ὅτι τὴ λέξι ρακὰ δὲν τὴν ἔχει καταλάβει κανείς, καθὼς καὶ μιὰ ἀπέραντη ἀηδία γιὰ τὸ νοητικὸ ἐπίπεδο τῶν νεωτέρων βιβλικῶν˙ διότι ἀρχικὰ δὲν ἤθελα νὰ τοὺς περιφρονήσω τόσο βαθιά. Ήμουν κατάπληκτος γιὰ τὶς μπαροῦφες τῶν λεξικῶν, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἔχουν ἐμβρυϊκὴ ἐξάρτησι οἱ ἐν λόγῳ «ἐπιστήμονες». Από τὰ ἑφτὰ κυριώτερα λεξικά, στὰ ὁποῖα θὰ κατέφευγε κανείς, τὰ δύο δὲν ὤφειλαν νὰ ἔχουν τὴ λέξι, ἐπειδὴ τὸ μὲν μέγα λεξικὸ τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσης τῶν H. Stephanus (Θησαυρός) – H. G. Liddell – R. Scott – Κ. Δ. Γεωργούλη – Π. Κ. Γεωργούντζου (1572 – 1977) εἶναι μόνο τῆς ἑλληνικῆς, τὸ δὲ λεξικὸ τῶν J. H. Moulton – G. Milligan (1930) περιέχει μόνο τὶς λέξεις τῆς Κ. Διαθήκης ποὺ συναντῶνται καὶ σὲ παπύρους – ἐπιγραφὲς – καὶ ὄστρακα. τὰ ἄλλα πέντε εἶναι τὰ ἑξῆς. α’) S. Schirlitz (1893) – Σ. Εὐστρατιάδου (1910), λεξικὸ πενιχρό. β’) H. Cremer (1895) ποὺ ἔχει μόνο τὸ 21% τῶν λέξεων τῆς Κ. Διαθήκης καὶ δίνει ἐξηγήσεις ἐρευνητικῶς πενιχρὲς καὶ ἄστοχες σὲ πάρα πολλὲς περιπτώσεις. γ’) W. Bauer (1958), ποὺ ἔχει ὅλες τὶς λέξεις ἀλλ᾽ ἐρευνητικῶς εἶναι τυχοῦσα λεηλασία ἀπὸ τὸ προειρημένο μέγα λεξικὸ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, ἐπιστημονικῶς δὲ μιὰ ἄστοχη ἐξήγησι χωρὶς καμμιὰ ἑστίασι κι ἐξειδίκευσι στὸ λεξιλόγιο τῆς Κ. Διαθήκης. δ’) W. Bauer – K. Aland (1988), μιὰ μόλις αἰσθητὴ ψευδοβελτίωσι τοῦ προηγουμένου, ποὺ ἀποσκοπεῖ μόνο στὸ νὰ γίνῃ τὸ λεξικὸ ἐμπορικὸ κτῆμα τοῦ ἐμπόρου Aland καὶ τῆς γυναικός του ἢ θυγατέρας του˙ ἕνα λεξικὸ ἄχρηστο γιὰ τὴν ἑρμηνεία τῆς Κ. Διαθήκης. ε’) G. Kittel (1933 – 79), ἕνα λεξικὸ 30 κιλῶν καὶ 10 τόμων, γραμμένο σὲ μισὸ αἰῶνα ἀπὸ 112 «κορυφαίους βιβλικοὺς» τοῦ Κ’ αἰῶνος, Εὐρωπαίους κι Ἀμερικανούς, ἐκπροσώπους ὅλους καὶ ἀφρόκρεμα τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς, τὸ ὁποῖο ἀποπειρᾶται νὰ ἐξηγήσῃ μόνο τὸ 48% τῶν λέξεων τῆς Κ. Διαθήκης, εἶναι γεμάτο κλοπιμαῖα μαζέματα καὶ σκουπίδια καὶ μπαροῦφες, γιὰ δὲ τὴν ἑρμηνεία τῆς Κ. Διαθήκης τελείως ἄχρηστο. εἶναι πέντε αἰώνων βλακεῖες τῆς ἀρνητικῆς κριτικῆς ξεστομισμένες διὰ στόματος ὑπερεκατὸ ἀνοήτων καὶ ἀμαθῶν καὶ κείμενες μέσα σ᾽ ἕναν πολυτελῆ κάδο ἀπορριμμάτων. Η προειρημένη διατριβὴ ἦταν, ὅπως διαπίστωσα, ἕνα σκουπίδι, ἐπειδὴ αὐτὸ ἦταν τσιμπολογημένο ἀπ᾽ αὐτὸν τὸν κάδο τοῦ Kittel, καὶ τανυσμένο καὶ γαρνιρισμένο μὲ πρόσθετες ἀνοησίες, ὅπως συμβαίνει τὰ τελευταῖα 60 χρόνια μὲ ἀρκετὲς διδακτορικὲς διατριβὲς βιβλικῶν παπαγάλων.

Εἶναι τόσο ἀκατάρτιστοι ἐπιστημονικῶς οἱ συντάκτες τῶν πέντε παραπάνω λεξικῶν τῆς Κ. Διαθήκης, ποὺ δὲν μποροῦν νὰ ξεχωρίσουν τὰ ῥήματα συνιδεῖν – συνειδέναι, τύφομαι – τυφοῦμαι, γαμῶ -γαμίζω, συγχέω – συγχύνω, μοιχεύομαι – μοιχῶμαι, μεθύω – μεθύσκομαι, καὶ πολλὰ ἄλλα τέτοια, παρατηρῶ δὲ ὅτι οὔτε οἱ ἑρμηνευταὶ μποροῦν ποτὲ νὰ τὰ ξεχωρίσουν, ἐπειδὴ εἶναι ἐξαρτημένοι ἀπὸ τὰ λεξικά. Όλοι τους, ἑρμηνευταὶ καὶ συντάκτες λεξικῶν ἀκόμη καὶ ταμείων, συγχέουν τοὺς τύπους τοῦ κάθε ζεύγους τῶν προειρημένων ῥημάτων καὶ τοὺς θεωροῦν σὰν τύπους ἑνὸς μόνο ῥήματος. δηλαδή, ὅπως λέει καὶ ἡ ἀθυρόστομη ἀλλὰ σοφὴ καὶ πνευματώδης παροιμία ποὺ λέγαμε στὰ χωριά,

Βάλε τὸν πόλο μάγειρα, νὰ σοῦ μαγειρέψῃ σπατά.

μιὰ παροιμία ποὺ ταιριάζει ἀπόλυτα στοὺς τέτοιους καὶ στοὺς γενιτσάρους των.

Ἡ ἔρευνά μου, ὅπως τὴν ἐξέθεσα σὲ μιὰ μόνο σελίδα τοῦ «Συντόμου λεξικοῦ τῆς Καινῆς Διαθήκης», (στὴν ἕκτη ἔκδοσι τοῦ 2.000), στὸ λῆμμα ρακὰ (Μθ 5, 22), ἔδειξε ὅτι ἡ λέξι ρακὰ εἶναι ἑβραϊκὴ λέξι λιγώτερο ἐξυβριστικὴ ἀπὸ τὸ μωρὲ τοῦ ἴδιου στίχου˙ σημαίνει «πόρδε!» (ὅπως καὶ τώρα λέγεται παραπλησίως «Μὴ μιλᾷς ἐσύ, πόρδε!»). πρόκειται γιὰ τὴ συχνὴ βιβλικὴ ἑβραϊκὴ λέξι ποὺ στὸ ἄστικτο μασοριτικὸ γράφεται ρυ῾ (προφορά: ρού῾ , ρούχ)˙ κατὰ τὸ μεσαίωνα ἡ δασεῖα της τραχύνθηκε διαδοχικῶς σὲ χ καὶ κ καὶ ἡ λέξι μὲ τὴν ἀνάπτυξι καὶ κάποιου νεωτέρου φωνήεντος, ποὺ ἐμφαίνεται στὸ φωνηεντισμένο μασοριτικό, προφερόταν πλέον ρούαχ καὶ ρούακ. στοὺς Ο’ μεταφράζεται πάνω ἀπὸ 260 φορὲς πνεῦμα (= ἄνεμος, πνοή, ἀτμοί, σύννεφα, κλπ.) (Γε 1,2˙ 8,1˙ 41,38), 4 φορὲς πνοή (Πρμ 1, 23), καὶ 50 φορὲς ἄνεμος (Ἔξ 10, 13). σπανίως μεταφράζεται ῥιπιστός (= εὐάερος) (Ἰε 22, 14), ἀνεμόφθορα (Ὠσ 8, 7), ἀνατολαὶ (Ἰζ 42, 16) μὲ τὴν ἔννοια τοῦ σημείου τοῦ ὁρίζοντος ἀπ᾽ ὅπου ὁρμᾶται κάποιος ἄνεμος (καὶ οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἔλεγαν τὴν ἀνατολὴ μὲ ὄνομα ἀνέμου ἀπηλιώτην, Ἡρόδοτος 4, 22, 1), διάστημα (= κενό, χῶρος, ἀέρας) (Γε 32, 16). μεταφορικῶς στοὺς Ο’ μεταφράζεται ψυχή (Γε 41, 8), νοῦς (Ἠσ 40, 13), θυμός (Ἠσ 59, 19˙ κι ἄλλες 5 φορές), φρόνησις (Ἰη 5, 1), καὶ πνευματοφόρος (Ὠσ 9, 7). Η ἴδια λέξι ρυ῾ ἀνευρίσκεται σὰ δεύτερο συνθετικὸ στὶς λέξεις ποὺ στοὺς Ο’ μεταφράζονται ὀλιγοψυχία (Ἔξ 6, 9), μακρόθυμος (Πρμ 17, 27), πραΰθυμος (Πρμ 16, 19), ταπεινόφρων (Πρμ 29, 23), κακοφροσύνη (Πρμ 16, 18), καὶ ἡσύχιος (Ἠσ 66, 2˙ καὶ αὐτὴ ἡ λέξι στὴν ἑβραϊκὴ εἶναι σύνθετη). Ανευρίσκεται ἐπίσης στὰ ῥήματα ποὺ στοὺς Ο’ μεταφράζονται ἀναπνέω (Ἰβ 9, 18), ἀναψύχω (Α’ Βα 16, 23), ἀναπαύομαι (= παίρνω ἀνάσα) (Ἰβ 32, 20), ὀσφραίνομαι (= δέχομαι ἀπόπνοια) (Γε 8, 21 κι ἄλλες 9 φορές), καὶ σὰν πρῶτο συνθετικὸ στὸ ῥῆμα ποὺ μεταφράζεται σκυθρωπάζω (= ξεφυσῶ στενοχωρημένος) (Πρμ 15, 13), καὶ σὰ δεύτερο συνθετικὸ στὰ ῥήματα ποὺ μεταφράζονται πνευματοφοροῦμαι (Ἰε 2, 24), ἐρίζω (= ξεφυσῶ ἀγανακτισμένος) (Γε 26, 35), καὶ θυμοῦμαι (= ξεφυσῶ ὠργισμένος) (Ἰβ 21, 4). Όταν κατὰ τὸ μεσαίωνα οἱ Ἑβραῖοι προφανῶς ἐφεῦραν τὴν ἀπόσταξι μὲ ὑγροποίησι τῶν ἀτμῶν, μὲ τὴ λέξι αὐτή, ποὺ προφερόταν ἤδη αρὰκ καὶ μεταφερόταν ἀναγραμματισμένη καὶ ἀμετάφραστη στὴν ἑλληνικὴ τῶν Βυζαντινῶν ὡς ρακή, δηλώθηκε τὸ πνεῦμα (τοῦ οἴνου) ἤτοι τὸ οἰνόπνευμα, τὸ τσίπουρο. σήμερα αρὰκ (arac) γράφεται τὸ ποτὸ αὐτὸ στὶς ἐτικέττες τῶν μπουκαλιῶν του, ὅταν ἐξάγεται ἀπὸ τὸ Ἰσραήλ. Εδῶ στὸ Μθ 5,22 βρίσκουμε τὴ λέξι στὴ μορφὴ ρακά, ἤτοι πνεῦμα δύσοσμο, ἀέρα δύσοσμε, πόρδε. δηλαλὴ σκουπίδι, μικρέ, ἀνήλικε, ἀνώριμε, ἀσήμαντε, τιποτένιε. καὶ στὴ σημερινὴ ἑλληνικὴ αὐτὸ λέγεται ἀέρας˙ (μοῦ ἔβγαλε καὶ ἀέρας (πληθ.) του κάτωθέν του γράφει σὲ μιὰ ἀναφορὰ παραπόνων του ὁ Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανὸς γιὰ τὸν ὁπλαρχηγὸ Νικολέτο˙ ἐπειδὴ ὁ καπετάνιος τὸν ἔκλασε. οἱ δὲ γιατροὶ ῥωτοῦν ἕναν ἄρρωστο ἂν ἀερίστηκε). αὐτὰ γιὰ τὸ ρακὰ καὶ τὴ ῥακὴ καὶ τὴν ἀπόσταξι ποὺ εἶναι ἑβραϊκὴ ἐφεύρεσι τῶν βυζαντινῶν χρόνων.

Μελέτες 3 (2008)

Περί πολιτικής διαφθοράς

Εκτέλεσαν το διοικητή της Υπηρεσίας Τροφίμων – Φαρμάκων

Η Κίνα εκτέλεσε χθες τον καταδικασμένο για διαφθορά πρώην επικεφαλής της Κρατικής Υπηρεσίας Ελέγχου Τροφίμων και Φαρμάκων, ο οποίος είχε γίνει σύμβολο της σοβαρότατης κρίσης που αντιμετωπίζει η χώρα όσον αφορά την ασφάλεια των προϊόντων της, ενώ από μέρα σε μέρα προστίθενται κι άλλοι κρίκοι στο μακρύ βραχιόλι ενός «ανεξέλεγκτου» συστήματος… ελέγχου.

Ο Ζενγκ Ζιαογιού είχε καταδικαστεί ότι έλαβε 850 χιλιάδες δολάρια σε μίζες για την έγκριση φαρμάκων που δεν πληρούσαν τους όρους ασφαλείας και συνδέθηκαν με σειρά θανάτων καθώς και για παραμέληση καθήκοντος. Ο Ζενγκ άσκησε έφεση υποστηρίζοντας ότι επρόκειτο για «εξαιρετικά αυστηρή» ποινή με δεδομένο ότι ομολόγησε τα εγκλήματά του και συνεργάστηκε με την αστυνομία. Ομως το αίτημά του απορρίφθηκε. Αναλυτές θεωρούν ότι πραγματικά επρόκειτο για μια ασυνήθιστα σκληρή ποινή που αποδίδεται όμως στην προσπάθεια της κινεζικής κυβέρνησης να χειριστεί μια σοβαρότατη κρίση, ενώ ακόμη και η ίδια η Υπηρεσία Ελέγχου παραδέχεται ότι πρέπει να γίνει ακόμη πολλή δουλειά για τη βελτίωση του συστήματος πιστοποίησης. «Πρέπει να αντιδράσουμε με σοβαρότητα και να μας γίνουν μάθημα τέτοιες περιπτώσεις. Πρέπει να εντείνουμε τις προσπάθειές μας για τη διασφάλιση της ποιότητας των τροφίμων και των φαρμάκων, κάτι που κάνουμε τώρα και θα το συνεχίσουμε και στο μέλλον», τόνισε η εκπρόσωπος της Υπηρεσίας, Γιαν Τζιανγκγίνγκ. Τις τελευταίες μέρες ένα νέο σκάνδαλο σέρνεται στην Κίνα που αφορά την εξέταση έκθεσης σύμφωνα με την οποία στους μισούς από τους ψύκτες του Πεκίνου το νερό δεν είναι πιστοποιημένα κατάλληλο. Ταυτόχρονα, δύο τύποι οδοντόκρεμας από την Κίνα που πωλούνται στην Ισπανία αποσύρθηκαν από την αγορά όταν διαπιστώθηκε πρόβλημα στην ασφάλειά τους. Στο τέλος Ιουνίου κι ύστερα από ένα εξάμηνο εντατικών ελέγχων η κινεζική κυβέρνηση διέταξε το κλείσιμο 180 επιχειρήσεων τροφίμων που χρησιμοποιούσαν επικίνδυνες ουσίες. Φορμαλδεΰδη, παράνομες χρωστικές και βιομηχανικό κερί εντοπίστηκαν σε γλυκά, κρέατα, ακόμη και σε βρεφικά γάλατα. Συνολικά 23 χιλιάδες είδη τροφίμων βρέθηκαν μολυσμένα στο πλαίσιο της επιχείρησης. Εξάλλου, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, από την Κίνα προέρχονται τα μισά από τα προϊόντα που αποσύρονται από την αγορά της Ε.Ε. λόγω προβλημάτων ασφάλειας.

Κ.ΤΖΑΒΑΡΑ (Πηγές: AP, BBC, Independent)

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 11/07/2007

Μήπως η αιώνια ζωή θα ήταν βαρετή; / Would eternal life be boring?

Μερικοί νομίζουν ότι θα ήταν βαρετό να ζούμε για πάντα. Ίσως επικαλούνται τη μονότονη ζωή πολλών συνταξιούχων που δεν έχουν τίποτα άλλο να κάνουν από το να κάθονται και να βλέπουν τηλεόραση. Αν και εσείς πιστεύετε κάτι τέτοιο, προσέξτε τι είπε ο αστρονόμος Ρόμπερτ Τζάστροου όταν τον ρώτησαν αν η αιώνια ζωή θα ήταν ευλογία ή κατάρα. Ο Τζάστροου απάντησε:

«Θα ήταν ευλογία για όσους έχουν ανήσυχο πνεύμα και ακόρεστη όρεξη για μάθηση. Η σκέψη ότι θα μπορούν για πάντα να απορροφούν γνώση θα ήταν πολύ αναζωογονητική για αυτούς. Αλλά για όσους αισθάνονται ότι έχουν μάθει όλα όσα χρειάζονται, και η διάνοιά τους είναι κλειστή, η αιώνια ζωή θα ήταν μια τρομερή κατάρα. Δεν θα υπήρχε τρόπος να γεμίσουν το χρόνο τους».

Some think that it would be boring to live forever. They may point out the monotonous life of many retired people who have little to do but sit and stare at the television screen. If that is how you feel, consider what astronomer Robert Jastrow said when asked if everlasting life would be a blessing or a curse. Jastrow replied:

“It would be a blessing to those who have curious minds and an endless appetite for learning. The thought that they have forever to absorb knowledge would be very comforting for them. But for others who feel they have learned all there is to learn and whose minds are closed, it would be a dreadful curse. They’d have no way to fill their time.”

Το φάντασμα που τρομάζει τις τράπεζες

Οι κεντρικοί τραπεζίτες έχουν χάσει τον ύπνο τους αφού το bitcoin, το άυλο νόμισμα, εξαπλώνεται ραγδαία και βγάζει τη γλώσσα σε δολάριο και ευρώ. Το φάντασμα είναι ο (ή η, ή οι) Satoshi Nakamoto (αφού κανένας δεν γνωρίζει εάν είναι άντρας, γυναίκα ή ομάδα). Το μόνο σίγουρο είναι ότι πρόκειται για τον, την, τους εφευρέτες του bitcoin (ΒTC), τους πολιτικούς ακτιβιστές που το 2009 έθεσαν σε κυκλοφορία μέσω ίντερνετ ένα ψηφιακό νομισματικό σύστημα.

 Ένα νέο παγκόσμιο νόμισμα που δημιουργείται από τους ίδιους τους χρήστες, πωλείται και αγοράζεται, χρησιμοποιείται σε χιλιάδες συναλλαγές, ενώ η ισοτιμία του με τα συμβατικά νομίσματα προσδιορίζεται από τις αρχές της χρήσης και της ζήτησης.

Τέσσερα χρόνια μετά την κυκλοφορία του, οι αμερικανικές αρχές, οι μεγάλες τράπεζες και πρόσφατα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα άρχισαν να ασχολούνται σοβαρά με το ψηφιακό νόμισμα, αφού διέγνωσαν ότι βρίσκονται μπροστά σε μια νέα απειλή για το συμβατικό τραπεζικό σύστημα, άγνωστη και ραγδαία αναπτυσσόμενη. Και πώς να μην νιώσουν την απειλή, αφού σύμφωνα με την τρέχουσα ισοτιμία 1 bitcoin ανταλλάσσεται προς 14.57 ευρώ και είναι ενισχυμένο έναντι του δολαρίου κατά 55%! Τον περασμένο Οκτώβριο η ΕΚΤ εξέδωσε για πρώτη φορά ειδική αναφορά για το bitcoin, προειδοποιώντας ότι απειλεί τη φήμη των κεντρικών τραπεζών και επισημαίνοντας ότι, όσο αυξάνεται η δημοτικότητά του κι επομένως η χρήση του, τόσο θα γίνεται επιτακτική η επιπλέον ανάλυση κι ενδεχομένως ρύθμισή του.

Ελεύθερο έδαφος

Οι εμπνευστές του bitcoin χρησιμοποιούσαν το όνομα Satoshi Nakamoto μέχρι και πριν από δυο χρόνια, και στη συνέχεια, όταν το ψηφιακό νόμισμα άρχισε να εξαπλώνεται, εξαφανίστηκαν. Τα μοναδικά στοιχεία που μαρτυρούν την ύπαρξή τους είναι οι κώδικες που έδωσαν στη δημοσιότητα για τη δημιουργία του νομίσματος και κάποιες δηλώσεις με σαφές πολιτικό, ακτιβιστικό άρωμα. Στον (την, τους) Satoshi Nakamoto αποδίδεται η λιτή αλλά ξεκάθαρη πρόθεση: «Σίγουρα δεν θα βρούμε μια λύση στα πολιτικά προβλήματα μέσα από την κρυπτογραφία. Μπορούμε, όμως, να κερδίσουμε μια μεγάλη μάχη και να αποκτήσουμε ένα νέο, απόλυτα ελεύθερο έδαφος για αρκετά χρόνια».

Το απόλυτα ελεύθερο διαδικτυακό έδαφος είναι που τρομάζει, πλέον, τους τραπεζίτες, αφού τα bitcoins που κυκλοφορούν έχουν αξία άνω των 200 εκατομμυρίων δολαρίων, ενώ οι επιχειρήσεις που δέχονται το ψηφιακό νόμισμα ως μέσο συναλλαγής είναι χιλιάδες.

Ένα απόλυτα ελεύθερο έδαφος με ένα πανίσχυρο νόμισμα, το οποίο δεν μπορεί να φορολογηθεί και δεν μπορεί να ελεγχθεί από καμία τράπεζα. Το σύστημα είναι έτσι δομημένο που οι τράπεζες δεν μπορούν ούτε να επωφεληθούν από τη χρήση του, αφού οι συναλλαγές είναι ανώνυμες και δεν γίνονται μέσω των συμβατικών οδών του χρήματος, αλλά μέσα από ένα σύστημα που συνδέει απευθείας τους υπολογιστές των χρηστών.

Το bitcoin «δημιουργείται» από τους ίδιους τους χρήστες βάσει ενός αλγορίθμου που προστατεύει το νόμισμα από φαινόμενα πληθωρισμού, δεν έχει κεντρικό έλεγχο, οι αμοιβές για τη μεταφορά είναι μικρότερες των 0,05 ευρώ, η ανταλλαγή γίνεται εύκολα σε οποιοδήποτε σημείο στον κόσμο, ενώ υπάρχουν υπηρεσίες που το ανταλλάσσουν για ευρώ και δολάρια.

Το νέο ψηφιακό νόμισμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί, όπως όλα τα επίσημα νομίσματα, και για συναλλαγές που απορρέουν από εγκληματικές δραστηριότητες. Με μια κεντρική όμως διαφορά. Το ψηφιακό νόμισμα δεν χρειάζεται να «ξεπλυθεί» από τις τράπεζες, και αυτό είναι που προβληματίζει κυρίως τους κεντρικούς τραπεζίτες, αφού εκτιμούν ότι θα χάσουν τα εκατοντάδες δισεκατομμύρια των «καλών» πελατών, θα χάσουν τον αιμοδότη του τραπεζικού συστήματος, το «μαύρο» χρήμα.

HOTDOC. • 7 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2013 • σελ. 39

Περί της ιστορικότητας του βιβλίου της Εσθήρ / About the historicity of the book of Esther

Αποδείξεις από την ιστορία και την αρχαιολογία.

Ιστορικά και αρχαιολογικά ευρήματα έχουν επιβεβαιώσει και αυτά την αυθεντικότητα του βιβλίου της Εσθήρ. Λίγα μόνο παραδείγματα αρκούν. Η περιγραφή του τρόπου με τον οποίο τιμούσαν οι Πέρσες κάποιον είναι αυθεντική. (Εσθ 6:8) Το λευκό και το μπλε (ή το ιώδες) ήταν τα βασιλικά περσικά χρώματα. Στο εδάφιο Εσθήρ 8:15 διαβάζουμε ότι ο Μαροδοχαίος φορούσε «βασιλική ενδυμασία από μπλε και λινό ύφασμα» και πορφυροκόκκινο μανδύα.

Η Εσθήρ «στάθηκε στην εσωτερική αυλή της κατοικίας του βασιλιά απέναντι από την κατοικία του βασιλιά, ενώ ο βασιλιάς καθόταν στο βασιλικό του θρόνο μέσα στη βασιλική κατοικία απέναντι από την είσοδο της κατοικίας. Και μόλις ο βασιλιάς είδε την Εσθήρ τη βασίλισσα να στέκεται στην αυλή, αυτή κέρδισε εύνοια στα μάτια του». (Εσθ 5:1, 2) Οι ανασκαφές έχουν αποκαλύψει ότι η περιγραφή είναι ακριβής σε όλες τις λεπτομέρειες. Ένας διάδρομος οδηγούσε από την Κατοικία των Γυναικών προς την εσωτερική αυλή, και παραπλεύρως της αυλής απέναντι από το διάδρομο ήταν η αίθουσα του θρόνου στο ανάκτορο. Ο θρόνος ήταν τοποθετημένος στη μέση του απέναντι τοίχου, και από αυτή την πλεονεκτική θέση ο βασιλιάς μπορούσε να δει πέρα από το παραπέτασμα που μεσολαβούσε και έτσι να διακρίνει τη βασίλισσα που περίμενε ακρόαση. Και άλλες λεπτομέρειες στο βιβλίο δείχνουν καλή γνώση του ανακτόρου από μέρους του συγγραφέα. Είναι φανερό ότι οι όποιες αντιρρήσεις προβάλλονται σε βάρος του βιβλίου, με τον ισχυρισμό ότι στερείται ιστορικότητας και ακρίβειας όσον αφορά την περσική εθιμοτυπία, είναι αβάσιμες.

Ισχυρότατη απόδειξη για την αυθεντικότητα του βιβλίου αποτελεί η Γιορτή των Πουρίμ* ή αλλιώς Κλήρων, η οποία τηρείται από τους Εβραίους μέχρι σήμερα και κατά την οποία διαβάζεται στις συναγωγές τους ολόκληρο το βιβλίο. Μια σφηνοειδής επιγραφή, προφανώς από τη Βορσίππα, λέγεται ότι αναφέρεται σε έναν Πέρση αξιωματούχο ονόματι Mardukâ (Μαροδοχαίος;) ο οποίος βρισκόταν στα Σούσα προς το τέλος της βασιλείας του Δαρείου Α΄ ή στην αρχή της βασιλείας του Ξέρξη Α΄. Περιοδικό για την Επιστημονική Γνώση της Παλαιάς Διαθήκης (Zeitschrift für die alttestamentliche Wissenschaft), 1940/41, Τόμ. 58, σ. 243, 244· 1942/43, Τόμ. 59, σ. 219.

Important evidence for the refutation of the mythological and fictional interpretations of Esther was supplied several years ago by the surprising announcement that an undated cuneiform text had been discovered there was a reference to a certain Mordecai (Mardukâ), who had lived during the Persian period. This man apparently was a high official in the royal court at Susa during the reign of Xerxes I, and he possibly functioned in this capacity even prior to the third year of the rule of that king. There is also the additional possibility that this individual may even have served in some capacity under Darius I (522-486 B.C.), the predecessor of Xerxes I. This text goes far towards establishing the historicity of the book of Esther, and gives ground for the expectation that further discoveries may yet throw light upon the identity of Vashti and Amestris.

Even those who would dismiss the composition as being nothing more than an historical novel, assuming, of course, that historical novels as such were being written in the Persian or early Greek periods, have been compelled to concede that the author manifested an intimate knowledge of the royal palace of Shushan (Susa).

…Clearly the author of Esther had more than a passing acquaintance with the topography of Susa as one of the three royal cities of the Achaemenid regime.

From the foregoing discussion it wiil be evident that there are good reasons for crediting the book with a substantial historical nucleus… As against those who would dismiss work as a tissue of improbabilities the remarks of Anderson are timely:

Historians and archaeologists have already confirmed the fact that the author possessed an amazingly accurate knowledge of Persian palaces and manners. Further light on this dark period of Jewish history may reveal that the author’s claim for the historicity of his story is not totally erroneous. R. K. Harrison, Introduction to the Old Testament, σελ. 1097, 1098.

* (εδ. 3:7 & 9:24. Το ότι η χρήση της λέξης pur σε αυτή ακριβώς τη συνάφεια είναι αρχαιότατου χαρακτήρα, καταδείχτηκε από τον Albright, o οποίος κατέστησε σαφές από σφηνοειδείς πηγές ότι απ’ τον 19ο π.Χ. αιώνα ακόμη η λέξη puruum απαντάται σε Ασσυριακά κείμενα με την έννοια του «κλήρου» ή του «ζαριού». R. K. Harrison, Introduction to the Old Testament, σελ. 1095)

Το πρόβλημα του βιβλίου του Ιωνά / The problem of the book of Jonah

­The Problem of the Book of Jonah

 by G. Ch. Aalders.


I. The Miraculous Event

 Many people consider that the problem of the book of Jonah consists chiefly in the miraculousness of its contents. How could a man be swallowed by a whale and vomited out alive upon the dry land after three days and nights? How could an entire heathen city like Nineveh, including their king, become repentant upon the preaching of a Hebrew prophet? How could a gourd come up in a night, and perish in a night?

Indeed, there has repeatedly been keen discussion on these points, in particular with respect to the whale story. On the one hand, this has been adduced by sceptical impiety as conclusive proof of the untrustworthiness of the Bible. People have scoffed at it as being ridiculous. The whale has such a narrow gullet that only a small fish like a herring is able to pass through, and how could a full-grown man make his passage?

Continue reading

Χριστιανισμός ή Παυλιανισμός;


Ιησούς ή Παύλος;

Ποιος είναι ο πραγματικός ιδρυτής του χριστιανισμού;

Ζω δε ουκέτι εγώ ζει δε εν εμοί Χριστός

Απ. Παύλου προς Γαλάτας

Μιμηταί μου γίνεσθε καθώς καγώ Χριστού

Απ. Παύλου, Α΄ Κορινθίους

Χριστιανισμός ή Παυλιανισμός, ή αλλιώς, Ιησούς ή Παύλος, ήταν το κυρίαρχο ερώτημα που απασχόλησε κατά τον 19ο αιώνα μέχρι τις αρχές του 20ου, τους βιβλικούς κριτικούς και τους προτεστάντες κυρίως θεολόγους, καθώς υπερτονίστηκε η θεολογία του Παύλου περί δικαιοσύνης του Θεού, περί ελευθερίας και πίστης, το λυτρωτικό του έργο σε σχέση με την αμαρτία, κ.λπ. Διαπιστώθηκε τότε, το διαφορετικό πλαίσιο κηρύγματος του Παύλου απ’ αυτό του Ιησού της Γαλιλαίας που έδινε έμφαση στην πατρότητα του Θεού, τη Βασιλεία των Ουρανών, την στον πλησίον αγάπη και την έλευση του Υιού του ανθρώπου.

Ο δεύτερος ιδρυτής του χριστιανισμού

Θεωρήθηκε, έτσι, ο απόστολος Παύλος, ο δεύτερος ιδρυτής του Χριστιανισμού, και από μερικούς, ο κατ’ εξοχήν ιδρυτής του. Κάποιοι άλλοι προχώρησαν ένα βήμα περισσότερο. Υποστήριξαν ούτε λίγο – ούτε πολύ, ότι ο Παύλος υπήρξε διαστρεβλωτής του μηνύματος του Ευαγγελίου του Ιησού, εισάγοντας δικές του ελληνικές καινοτόμους διδασκαλίες. Μεταξύ των οποίων και ο λεγόμενος μισογυνισμός του…

Το θέμα Ιησούς ή Παύλος, κόπασε κάπως στα μέσα του 20ου αιώνα. Αλλά ο απόηχος των αρχικών συζητήσεων συνεχίστηκε και συνεχίζεται μέχρι τις ημέρες μας από μερικούς που τους αρέσει να ανακυκλώνουν τα θέματα και να τα ξεφουρνίζουν σαν άρτι ανακαλυφθείσες αλήθειες και θεωρίες. Ένας σύγχρονος θιασώτης της θεωρίας, είναι ο Ιουδαίος λόγιος Hyam Maccoby με το βιβλίο του, Ο μυθοποιός: ο Παύλος και η επινόηση της Χριστιανοσύνης (The Mythmaker: Paul and Invention of Christianity). Νύξεις για διάσταση μεταξύ Ιησού και Παύλου κάνει και ο Γκέζα Βερμές (G. Vermes).

Ο μυθοποιός Παύλος

Τι ήταν εκείνο που πυροδότησε αυτές τις συζητήσεις που ο Γερμανός W. Werde έδωσε επιγραμματικά στο βιβλίο του Παύλος (1904); Μίλησα προηγουμένως για τη διαφορά πλαισίου που κινήθηκε ο Ιησούς απ’ αυτό που κινήθηκε ο Παύλος. Ο Ιησούς κήρυττε σε παλαιστινιακό έδαφος, με απλό τρόπο, προφητικό – ποιητικό, δίνοντας έμφαση στις βασικές διδασκαλίες του, με την χρήση παραβολών κυρίως, και μικρών αποφθεγμάτων. Απ’ την άλλη, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο απ. Παύλος στις επιστολές του, αντιμετωπίζει διάφορα προβλήματα των νέων εκκλησιών που ιδρύθηκαν σε έδαφος εξω-ιουδαϊκό, πρώην παγανιστικό, είκοσι χρόνια και πλέον μετά το θάνατο του Ιησού της Ναζαρέτ.

Το ερώτημα, είναι, πως αντιμετωπίζει ο Παύλος αυτά τα προβλήματα και, με ποιες αρχές, οδηγίες και αντιλήψεις προτείνει την επίλυσή τους. Στηρίζεται στη διδασκαλία του Ιησού και των πρώτων αποστόλων, ή εισάγει «καινά δαιμόνια», δικές του διδασκαλίες, προερχόμενες από παγανιστικές, αρχαιοελληνικές φιλοσοφικές σχολές; Το ερώτημα επιτείνεται, διότι τα Ευαγγέλια θεωρούνται γενικά ότι γράφτηκαν πολύ αργότερα από τις επιστολές του Παύλου που προηγούνται (50-64 μ.Χ.), όποιες θεωρούνται βέβαια γνήσιες, γιατί τίθεται και αυτό το θέμα… από κάποιους αρνητικούς κριτικούς που δεν έχουν αφήσει τίποτα όρθιο.

Οι οπαδοί της άποψης ότι ο Παύλος είναι ο αληθινός ιδρυτής του Χριστιανισμού, υπερτονίζουν την διδασκαλία του περί λυτρωτικής θυσίας, θανάτου και ανάστασης του Ιησού κυρίως, που κατά την άποψή τους είναι καθαρά Παύλειας επίνοιας, και η οποία προήλθε μάλλον από τις μυστηριακές θρησκείες ενός θνήσκοντος και επανερχόμενου στη ζωή Θεού κατά τον τύπο του Άδωνι, του Όσιρι κ.λπ. Καθώς και σε μερικές άλλες (όπως η θεία προΰπαρξη του Ιησού) που χρήζουν διευκρινήσεως. Ωστόσο, η συστηματική έρευνα, απέδειξε κάτι που δε διαφαίνεται εύκολα με την πρώτη ματιά. Κατέδειξε, ότι παρά τις κάποιες διαφοροποιήσεις που υπήρξαν αναγκαίες λόγω των διαφορετικών αναγκών των νεοφανών εκκλησιών, οι ομοιότητες μεταξύ των διδασκαλιών του Ιησού και του Παύλου, ήταν πολύ μεγαλύτερες και ουσιώδεις, από τις επουσιώδεις διαφορές, ώστε, να μην μπορεί να τεθεί διλημματικά το ως άνω ερώτημα, αλλά σωρευτικά, ως, Ιησούς και Παύλος.

«Δούλος Χριστού Ιησού»

Πρώτα απ’ όλα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι πουθενά ο απ. Παύλος, σε καμία επιστολή του, δεν ισχυρίζεται ότι αυτός ιδρύει τις εκκλησίες με δική του δύναμη και πρωτοβουλία και με δικές του αρχές και ιδέες. Παντού και πάντοτε τονίζει ότι είναι «απόστολος του Χριστού» ή «δούλος Χριστού Ιησού» Μ’ αυτές τις εκφράσεις ξεκινάει σχεδόν όλες τις επιστολές του. Τονίζει, ότι οι Χριστιανοί πρέπει να γίνουν μιμητές του, όπως ο ίδιος υπήρξε μιμητής Ιησού Χριστού (Α΄ Κορ. 11:1) και ότι οι διδαχές του προέρχονται απ’ αυτόν (Γαλ. 1:11, 12). Επί λέξει: «Γνωρίζω δε υμίν, αδελφοί, το Ευαγγέλιον το ευαγγελισθέν υπ’ εμού ότι ουκ εστί κατά άνθρωπον ουδέ γαρ εγώ παρά ανθρώπω παρέλαβον αυτό ούτε εδιδάχθην αλλά δι’ αποκαλύψεως Ιησού Χριστού». Ακόμα και τα θαύματά του τα διενεργούσε εξ’ ονόματος του Ιησού και με τη δική του δύναμη (Πραξ. Απ. 16:18).

Δεύτερον και σπουδαιότερο. Ο απ. Παύλος αναφέρει ότι ο ίδιος είχε ανάγκη από σωτηρία, από τη σωτηρία του Ιησού Χριστού και το έλεός του, όπως αναφέρει στην Β΄ Κορινθ. 4:1, Γαλατ. 1:15, 16, Α΄ Τιμόθεον 1:15 κ.α. Πουθενά, λοιπόν, δεν προβάλλει τον εαυτό του ο απ. Παύλος ως ιδρυτή νέας θρησκείας. Δίνει έμφαση στο ότι ο ίδιος είναι ταπεινός μαθητής-απόστολος, ο οποίος σε πολλές περιπτώσεις δεν ξέρει και δίνει γνώμην ως ελεημένος από το Θεό. Σε αντίθεση με τον Ιησού, ο οποίος ξέρει ποιος είναι, έχει αυτοσυνειδησία της μεσσιανικότητάς του, και ποτέ δεν χρησιμοποίησε τις εκφράσεις, νομίζω, δεν ξέρω, η γνώμη μου είναι, αλλά πάντα μιλούσε μετά απολύτου βεβαιότητας και πεποιθήσεως (πρβλ. Α΄ Κορινθ. 7:25-28, με Ματθ. 24:34-35, Ιωανν. 14:6).

Σύγκριση των διδασκαλιών του Ιησού και του Παύλου

Αν έρθουμε, τώρα, και συγκρίνουμε τις διδασκαλίες του Ιησού μ’ αυτές του απ. Παύλου, βλέπουμε απόλυτη αρμονία, ομοιότητα και ταύτιση. Ας δούμε μερικές.

Και οι δυο, Ιησούς και Παύλος, τονίζουν ότι ο Θεός είναι πατέρας των ανθρώπων και ιδιαίτερα των πιστών (Ματθ. 6:9, Μαρκ. 14:36, Ρωμ. 8:14).

Ο Ιησούς μίλησε για τη βασιλεία του Θεού (ή των ουρανών κατά την εβραϊκή έκφραση) που ήταν ο κεντρικός άξονας της διδασκαλίας του, εννοώντας τον ίδιο ως αυτοβασιλεία και τον πυρήνα της εκκλησίας – βασιλείας του. Ο Παύλος μιλάει επίσης για τη βασιλεία του Θεού, αλλά κυρίως, για τον Χριστό ως βασιλιά, ένδοξο και μελλοντικό.

Και οι δύο έδωσαν έμφαση στη συγχωρητικότητα. Ο Ιησούς μάς δίδαξε τη συγχώρεση (άφες ημίν τα ωφελήματα ημών ως και ημείς αφίεμεν). Συγχώρησε την πόρνη και τη μοιχαλίδα, και άλλους επί του σταυρού. Ο απ. Παύλος λέει στην Κολοσ. 3:13 «Να συγχωρείτε ο ένας τον άλλον καθώς και ο Χριστός σας συγχώρεσε». Το ίδιο έγραψε και σ’ άλλες επιστολές, όπως Εφεσ. 4:32, κ.λπ.

Και οι δύο μίλησαν για τη σχετικότητα του Μωσαϊκού νόμου. Ο Ιησούς τόνισε ότι ο νόμος θα «πληρώνονταν» μέσω αυτού —«ιώτα εν και μια κεραία δεν θα έπεφτε»— αλλά κατέδειξε ότι ο ίδιος ως Υιός του ανθρώπου ήταν κύριος του Σαββάτου, και ότι «ακούσατε ότι ερρέθη, εγώ δε λέγω ημίν». Ο Παύλος τόνισε ότι το τέλος του νόμου είναι ο Χριστός και ότι «πλήρωσις» (εκπλήρωση) του νόμου είναι η αγάπη. Η νέα διαθήκη τερματίζει την παλαιά διαθήκη του νόμου, παραμένουν ωστόσο οι βασικές, ηθικές αρχές, ενσωματωμένες μέσα στην Καινή Διαθήκη (Ρωμ. 13:8-10).

Χριστός και Παύλος μίλησαν για την αξία της πίστης έναντι της απλής γνώσης. «Πιστεύετε εις τον Θεόν και εις εμέ πιστεύετε» είπε ο Ιησούς. «Ύπαγε, η πίστις σου σέσωκέ σε». «Χωρίς πίστη είναι αδύνατον να ευαρεστήσει κάποιος τον Θεό», λέει ο Παύλος. Πίστις, ελπίς, αγάπη είναι τα σπουδαιότερα κατά τον κορυφαίο απόστολο. «Ο δίκαιος ζήσεται εκ πίστεως», γράφει αλλού.

Και οι δύο μίλησαν και δίδαξαν για το Άγιο Πνεύμα. Ο Χριστός μίλησε για έναν άλλον παράκλητο που θα αποστέλλονταν και θα τους αποκάλυπτε πάσαν την αλήθειαν. Ο Παύλος κατέδειξε την ύπαρξη και λειτουργία του Αγίου Πνεύματος μέσα στα μέλη της εκκλησίας μέσω των ποικίλων χαρισμάτων και ενεργειών του Αγίου Πνεύματος και της καρποφορίας του. (Ιωα. 14:26, Α΄ Κορινθ. 12:1 επ., Γαλ. 5:22).

Και οι δύο μίλησαν επίσης, για την προΰπαρξη του Ιησού, πριν γίνει άνθρωπος. Ο Παύλος είπε ότι ο «Ιησούς εν μορφή Θεού υπάρχων ουχ αρπαγμόν ηγήσατο το είναι Θεώ ίσα, αλλ’ εαυτόν εκένωσεν, μορφήν δούλου λαβών εν ομοιώματι ανθρώπων». Ο Ιησούς είπε, «δόξασέ με πάτερ με την δόξαν που είχα παρά σοι, προτού τον κόσμον είναι» και, «πριν ο Αβραάμ γενέσθαι εγώ ειμί». Το ίδιο λέγουν και υπονοούν και οι συνοπτικοί Ευαγγελιστές, στα Ευαγγέλιά τους.

Και οι δύο, Ιησούς και Παύλος, μίλησαν για την ερχόμενη μέλλουσα ένδοξη παρουσία του Χριστού και την κρίση. Ο Ιησούς μίλησε σε πολλές περιπτώσεις για την έλευση του Υιού του ανθρώπου στη γη, με δόξα και δύναμη και την ολοκλήρωση του σκοπού του θεού, μέσω της κρίσεως πιστών και ασεβών (προβάτων και εριφίων). Το ίδιο κάνει και ο Παύλος με διαφορετική ίσως φρασεολογία, την ίδια όμως διδασκαλία (Ματθ. 25:1 επ., Α΄ Θεσ. 4:15, Β΄ Θεσ. 1:4 επ., Β΄ Κορ. 5:10). Ο Παύλος, επεκτείνει έτσι την αρχική διδαχή του Ιησού και την εμπλουτίζει.

Παυλιανισμός: μια θρησκεία κατά το πρότυπο των
ελληνιστικών μυστηριακών θρησκειών

Τώρα, όσον αφορά, την κύρια διδασκαλία όπως την θεωρούν μερικοί του Παύλου, ενός θεού που πέθανε σταυρικά, για να λυτρώσει τους ανθρώπους κατά το πρότυπο των ελληνιστικών μυστηριακών θρησκειών, ξένης τάχα προς τα Ιουδαϊκά πρότυπα και τη διδασκαλία του Χριστού, καλά θα κάνουν να προσέξουν, ότι για τη λυτρωτική θυσία του μίλησε ο ίδιος ο ιστορικός Ιησούς. «Ο Υιός του ανθρώπου ουκ ήλθεν διακονηθήναι αλλά διακονήσαι και δούναι την ψυχήν αυτού λυτρόν αντί πολλών» (Ματθ. 20:28, Μάρκος 10:45). Ο Παύλος επιτείνει τη διδασκαλία: «Υπάρχει εις Θεός εις και μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων, άνθρωπος Ιησούς, Χριστός, όστις έδωκεν εαυτόν αντίλυτρον υπέρ πάντων» (Α΄ Τιμ. 2:5).

Αλλά και οι άλλοι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης, αποδέχονται τον λυτρωτικό από την αμαρτία θάνατο του Ιησού, υπέρ όλων των ανθρώπων —όχι μόνον ο απ. Παύλος. Ο Ιωάννης ο βαπτιστής βλέποντας τον Ιησού ερχόμενο από την έρημο, αναφώνησε: «Ίδε ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτία του κόσμου» (Ιωάνν. 1:29). Και ο απ. Πέτρος τονίζοντας την ίδια υπερβατική αλήθεια, έγραψε: «ειδότες ότι ου φθαρτοίς, αργυρίω ή χρυσίω ελυτρώθητε εκ της ματαίας υμών αναστροφής… αλλά τιμίω αίματι, ως αμνός αμώμου και ασπίλου Χριστού» (Α Πετρ. 1:19). Ο μαθητής της αγάπης ο Ιωάννης, επίσης γράφει: «Και το αίμα Ιησού, του υιού αυτού καθαρίζει ημάς από πάσης αμαρτίας» (Α΄ Ιωα. 1:7). Τα ίδια διαβάζουμε και στην Αποκάλυψη του Ιωάννη (Αποκ. 7:14 κ.λπ.). Ανέφερα όλα αυτά τα χωρία, για να καταδείξω, ότι, όχι μόνον ο απ. Παύλος, αλλά σύμπασα η Καινή Διαθήκη υποστηρίζει την άποψη ότι ο Ιησούς, καίτοι αναμάρτητος, εσταυρώθη οικειοθελώς, όχι για να συμβάλλει στην ηθική τελείωση του ανθρώπου, ούτε για να (αυτο)τιμωρηθεί ο ίδιος, αλλά για να πληρώσει το τίμημα της αμαρτίας (συλλογικής και ατομικής) των ανθρώπων. Το γιατί, και πως, είναι μια άλλη ιστορία, που θα μας πήγαινε θεολογικά πολύ μακριά. Δε μπορούμε να το συζητήσουμε εδώ.

Ακόμα, η διδασκαλία του απ. Παύλου, περί αμαρτίας και περί πνεύματος και σάρκας, δεν αφίσταται απ’ αυτά που δίδαξαν τόσο ο Ιησούς όσο και οι άλλοι απόστολοι, αν κατανοηθούν σωστά οι Παύλειοι όροι σαρξ, πνεύμα, ψυχή, σώμα (βλ. πρόχειρα, τα σχετικά λήμματα στο Λεξικό βιβλικής θεολογίας του). Δεν ήταν ο Παύλος, αλλά ο Ιησούς που είπε: «Πας ο ποιών την αμαρτίαν δούλος εστίν της αμαρτίας» (Ιωα. 8:35). Ο Παύλος έγραψε: «Χριστός Ιησούς ήλθεν εις τον κόσμον αμαρτωλούς σώσαι ων πρώτος ειμί εγώ» (Α΄ Τιμ. 1:15) και σ’ άλλη περίπτωση (Α΄ Κορινθ. 15:3) ότι παρέδωσε στους πιστούς ό και παρέλαβε: «Χριστός απέθανεν υπέρ των αμαρτιών ημών κατά τας γραφάς». Επικαλείται τη ζωντανή παράδοση–μαρτυρία που παρέλαβε από τους άλλους μαθητές και δεύτερον τις Γραφές, δηλ. την Παλαιά Διαθήκη. Πράγματι, η προφητεία του Ησ. 53:7 επ. αναφέρει καθαρά ότι ο Μεσσίας θα θυσιαζόταν υπέρ των αμαρτιών του λαού του.

Έλαβε ο Παύλος «εξ αποκαλύψεως» αλήθειες;

Η τελευταία περίπτωση έχει ιδιαίτερη σημασία. Γιατί ο Παύλος, εκτός από την ιδιαίτερη αποκάλυψη που ισχυρίζεται ότι έλαβε για κάποιες αλήθειες, από τον ίδιο το Θεό (Γαλ. 2:2, Β΄ Κορ. 12:1), υποστηρίζει, ότι πηγή των πληροφοριών του σε άλλες περιπτώσεις, ήταν ο Κύριος, (ο Χριστός) μέσω των πρώτων μαθητών, μέσω δηλαδή της πρώτης παράδοσης – κηρύγματος των Αποστόλων. Υπάρχουν σαφείς εκφράσεις και αναφορές του σ’ αυτό, όπως: «Παραγγέλω, ουκ εγώ, αλλ’ο Κύριος» και «ο Κύριος διέταξεν» (Α΄ Κορ. 7:10, 9:14). Και ακόμη: «τούτο υμίν λέγομεν εν λόγω Κυρίου» και από «Κυρίου παρέλαβον αυτό που σας παρέδωσα» κ.λπ. Σαφώς, ο Παύλος, πολλές πληροφορίες του, έλαβε από την πρωτοχριστιανική εκκλησία των αυτοπτών και αυτήκοων μαρτύρων. Αλλά εκτός από αυτές τις δηλώσεις του Παύλου, υπάρχουν δεκάδες υπαινιγμοί μέσα στις επιστολές του, απ’ όπου φαίνεται καθαρά η επίδραση της διδασκαλίας του από την διδαχή του Χριστού Ιησού μέσω των πρώτων αποστόλων, σε θέματα ελευθερίας, χάριτος, δόξας παρά ανθρώπων, αποκοπής από την εκκλησία (πρβλ. Β΄ Θεσ. 3:6, με Ματθ. 18:7) κ. άλλ.

Ο ελληνιστής Παύλος

Ο Παύλος, βέβαια, ήταν ελληνιστής, από την Ταρσό της Κιλικίας, δηλαδή χρησιμοποιούσε την ελληνική γλώσσα και τις ελληνικές εκφράσεις στο κήρυγμά του, όπως και οι άλλοι ελληνικής καταγωγής χριστιανοί. Και τον συνόδευαν ελληνιστές στα ιεραποστολικά του ταξίδια (Βαρνάβας, Λουκάς, Σίλας, Τιμόθεος κ.λπ.). Με αυτήν την προϋπόθεση μπορούμε να καταλάβουμε ότι ο απ. Παύλος σε ορισμένες περιπτώσεις, διαφοροποιείται φραστικά, από τους ευαγγελιστές και από τον Ιουδαϊκό περίγυρο. Χρησιμοποιεί εκφράσεις που βρίσκονται σε εξωβιβλική γραμματεία και στη γνωστική φρασεολογία (π.χ. μυστήριο της ευσεβείας, ψευδώνυμος γνώσις, πλήρωμα κ.α.). Αλλά, στηρίζεται στην από Κυρίου παράδοση «ότι από την εκκλησία παρέδωσε–παρέλαβε», και παραγγέλλει τους πάντας να ορθοποδούν στο ευαγγέλιο και να τηρούν το «υπόδειγμα των υγιαινόντων λόγων» που τους άφησε. Ο Παύλος είναι απόστολος του Χριστού. Γι’ αυτό, όσο μεγάλος και να θεωρηθεί αυτός και το έργο του, χωρίς τον Χριστό και τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος όπως ομολογεί ο ίδιος, δεν θα έκανε τίποτα. «Πάντα ισχύω εν τω ενδυναμούντί με Χριστώ» (Φιλ. 4:13).

Άλλωστε καθ’ ομολογίαν του οικοδομεί πάνω στο αρχικό θεμέλιο, πάνω στο Χριστό (Α΄ Κορ. 3:11) όχι στον εαυτό του ή σε διδασκαλίες και παραδόσεις, ποικίλες και ξένες. Το ερώτημα, λοιπόν, Χριστιανισμός ή Παυλιανισμός, σήμερα φαίνεται χλωμό και άκαιρο, αφού μπορεί να καταδειχθεί ότι όλες οι βασικές διδασκαλίες του Παύλου βρίσκονται εν σπέρματι μέσα στη διδασκαλία του Ιησού της Γαλιλαίας. Άλλωστε, αν ο Παύλος δίδασκε κάτι τελείως διαφορετικό απ’ αυτά που δίδαξε ο Ιησούς και οι πρώτοι απόστολοί του (Πέτρος, Ιωάννης, Ιάκωβος κ.λπ.) τούτο θα φαινότανε με μια απλή αντιπαραβολή των επιστολών του με τις επιστολές και τις διδασκαλίες εκείνων. Κάτι τέτοιο όμως δεν διαφαίνεται. Ο Παύλος δεν αντιφάσκει, ούτε ετεροφωνεί με τους παραπάνω κορυφαίους μαθητές του Ιησού. Κι απ’ αυτό συνάγεται σαφώς, ότι ο Παύλος είναι μαθητής, δούλος Ιησού Χριστού, ακόλουθός του. Ο ίδιος έγραψε στην επιστολή προς Γαλάτας (1:8) ότι αν εμείς ή άλλος σας κηρύξει άλλο ευαγγέλιο απ’ αυτό που σας κηρύξαμε, ας είναι ανάθεμα. Και τι κήρυξε ο Παύλος; Εκήρυξε Ιησούν και τούτον εσταυρωμένον και εκ νεκρών αναστάντα (Α΄ Κορινθ. 1:23, κεφ. 15). Ο Παύλος, λοιπόν, πάντα κήρυττε τον Ιησού και διέδιδε τη διδασκαλία του, και συνεπώς, το επιμύθιο πρέπει να είναι όχι διαζευκτικό αλλά σωρευτικό: Ιησούς και Παύλος· ο οποίος Παύλος διέδωσε με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος και με τους συντρόφους του το χριστιανισμό στην λεκάνη της Μεσογείου. Αυτά εξάγονται σαφώς από τις ιστορικές πηγές. Οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί είναι θεωρίες, εικασίες και εικοτολογίες ανιστόρητες και φληναφήματα φαντασιοκόπων.

Για όποιους θέλουν να εμβαθύνουν περισσότερο πάνω στο θέμα, υπάρχει άφθονη βιβλιογραφία. Και ανάμεσά τους ένα εξαιρετικού ενδιαφέροντος: Το βιβλίο του David Wenham, Paul, Follower of Jesus or founder of Christianity? (1995). Το συστήνω ανεπιφύλακτα.

Δημήτρης Τσινικόπουλος


Ήταν ο Χριστός λογοκλόπος;

Ο Χριστός δεν ήταν στα μέτρα της εποχής του. Έξι χιλιάδες χρόνια νωρίτερα αν ζούσε, θα είχε δώσει επίσης την εντύπωση ξένου σώματος.


Ο Ιησούς στέκεται στην ιστορία σαν ξένο σώμα που φέρνει ανησυχία στον κόσμο και δεν τον αφήνει ν’ αναπαυτεί.


Το θέμα Ιησούς είναι ένα θέμα που συνεχίζει να κεντρίζει, να εξάπτει και να ερεθίζει, όσο κανένα άλλο. Πολλά γράφτηκαν και συνεχίζουν να γράφονται για το πρόσωπο που δίχασε το χρόνο (π.Χ. – μ.Χ.), και που χώρισε τον κόσμο και τους ανθρώπους εν γένει, σε υπέρ και κατά Χριστού. Κάποιοι ακόμα και σήμερα, παρά τις ιστορικές συντριπτικές αποδείξεις περί ύπαρξης και δράσης του Ιησού στη Γαλιλαία, τον 1ο αι μ.Χ., ιδιαίτερα ανάμεσα στα έτη 30-33, μαρτυρίες που υπολογίζονται σε πάνω από 30 και χρονολογούνται 20 μόλις χρόνια μετά το θάνατό του, εξακολουθούν να πιστεύουν και να ισχυρίζονται ότι Ιησούς Χριστός ποτέ δεν υπήρξε. Επ’ αυτού ο αναγνώστης παραπέμπεται στο τεύχος 105 του περιοδικού Strange (Δεκέμβριος 2007), όπου παρουσιάζω και αναπτύσσω όλες τις σχετικές εξωβιβλικές μαρτυρίες για την πραγματική ύπαρξη και δράση του Ιησού της Γαλιλαίας, και στο βιβλίο μου Ιησούς, ο Ποιητής των ποιητών (2006).

Ανάμεσα σ’ αυτούς τους αρνητές, ο γνωστός βιολόγος αθεϊστής Ρίτσαρντ Ντόκινς, και πιο πρόσφατα, κάποιος τιτλούχος ιστορικός, ο Kennet Humphreys που έγραψε μάλιστα και βιβλίο με τον προκλητικό τίτλο Jesus Never Existed (Ιησούς ποτέ δεν υπήρξε). Κατά τον συγγραφέα του βιβλίου αυτού, η ιστορία του Ιησού είναι μυθοκατασκευή, ανάλογη μ’ αυτή του Μίθρα, του Ώρου, κ.λπ. Κάτι ανάλογο υποστηρίζουν και οι συγγραφείς Τίμοθι Φρίκι και Πίτερ Γκάντι στο βιβλίο τους Ο Γελαστός Ιησούς. Γι’ αυτούς όλη η Βίβλος είναι μυθοκατασκευή! Σύμφωνα με αυτούς τους συγγραφείς, τα αποδιδόμενα στον Ιησού λόγια είναι προϊόν λογοκλοπής και συρραφής επιτήδειων αγνώστων ιερέων που προέβησαν σε μεγάλης έκτασης λογοκλοπή από Ελληνικά, βουδιστικά και παγανιστικά κείμενα και άλλα… εκτός από τα πλαστά χωρία της μεταγενέστερης Εκκλησίας που υπεισήλθαν σκοπίμως… στα Ευαγγέλια.

Από την εποχή του Ρουντόλφ Μπούλτμαν, του ρηξικέλευθου αυτού θεολόγου, για το θέμα «Ιησούς της Ιστορίας και Χριστός της Εκκλησίας», βέβαια, έχουν γραφεί πολλά. Αλλά εδώ, θα πρέπει ν’ αρκεστούμε στο γεγονός, ότι, Ιησούς της Γαλιλαίας υπήρξε πραγματικά, παρά τα περί αντιθέτου ισχυριζόμενα από τους παραπάνω συγγραφείς και άλλους. Μια επισταμένη επιστημονική έρευνα δείχνει την ανεπάρκεια και το εσφαλμένο των επιχειρημάτων τους. Η διεθνής επιστημονική κοινότητα απορρίπτει ευλόγως τέτοιου είδους αβάσιμους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς.

Επειδή, όμως, ο ίδιος ο Ιησούς δεν έγραψε τίποτα, σ’ αντίθεση π.χ. με τον απ. Παύλο που μας άφησε επιστολές, και άλλους αρχαίους συγγραφείς Ιουδαίους και Εθνικούς, κατά καιρούς προβάλλονται ισχυρισμοί ότι ο Ιησούς που (ίσως) υπήρξε, υπήρξε λογοκλόπος… Λογοκλόπος, κυρίως, από τους αρχαίους Έλληνες σοφούς. Δανείστηκε, δηλαδή, ιδέες και διδασκαλίες και αρχές απ’ αυτούς. Κάποιοι άλλοι ισχυρίζονται ότι εν πάση περιπτώσει τα λόγια του δεν είναι δικά του. Απλά του αποδόθηκαν από διάφορους ερανιστές, που τα συνέλεξαν από διάφορες πηγές… χωρίς όμως, βέβαια, να προσδιορίζουν και το πώς το πότε, το πού και γιατί, έγινε κάτι τέτοιο.

Η αυθεντικότητα των λόγων του Ιησού

Η αυθεντικότητα των λόγων του Ιησού είναι το κύριο προαπαιτούμενο, ένα βασικό ζήτημα για έναν που θέλει ν’ ασχοληθεί με το πρόσωπό του. Τι δίδαξε ο ίδιος ο Ιησούς και ποιες ήταν οι πηγές του, είναι ένα ενδιαφέρον ερώτημα. Το ζήτημα βέβαια της λογοκλοπής, δεν είναι καινούργιο. Είναι παλιό. Τόσο παλιό, όσο και ο Κέλσος ο Ρωμαίος φιλόσοφος του 2ου μ.Χ. αιώνα, που χωρίς ν’ αρνείται την ιστορικότητα του Ιησού ισχυρίστηκε στο βιβλίο του  Αληθής Λόγος ότι ο Ιησούς και οι μαθητές του έκλεψαν από τον Πλάτωνα!

Στα νεότερα χρόνια προβλήθηκαν διάφοροι παράτολμοι και υποθετικοί ισχυρισμοί με αποκορύφωμα αυτούς των εταίρων του Σεμιναρίου του Ιησού. Πρόκειται για μια σχολή νεωτεριστών – θεολόγων που ίδρυσαν οι Ρόμπερτ Φάνκ και Τζον Ντομινίκ Κροσάν και αριθμεί γύρω στα 75 μέλη, από διάφορες ομολογίες (καθολικοί, προτεστάντες, Ιουδαίοι), οι οποίοι με ψηφοφορία (!) αποφασίζουν με κριτήρια τελείως υποκειμενικά και ανεπαρκή (απορρίπτοντας το υπερφυσικό και αποδεχόμενοι και απόκρυφα κείμενα ως αυθεντικά), ποια Λόγια του Ιησού στα Ευαγγέλια, είναι γνήσια, ειπώθηκαν δηλαδή από τον ίδιο και ποια είναι των μαθητών του, ή τρίτων (της εκκλησίας) και αποδόθηκαν σ’ αυτόν. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς μερικών απ’ αυτούς, μόνο το 2% και κατ’ άλλους μόνο το 5% των λόγων του Ιησού των Ευαγγελίων είναι γνήσια!… Τα υπόλοιπα είναι επινοήσεις άλλων, των συγγραφέων των Ευαγγελίων…

Η παραπάνω άποψη της σχολής αυτής αποτελεί μία ακραία περίπτωση, και φυσικά, δεν γίνεται αποδεκτή από τη διεθνή επιστημονική κοινότητα. Ειδικοί ερευνητές, με βάση διάφορα κριτήρια και μάλιστα, τέσσερα βασικά, έχουν προσδιορίσει την αυθεντικότητα των λόγων του Ιησού σε ένα ποσοστό 80-90%, αν και όχι στην πλήρη ακριβή τους διατύπωση, διότι ο Ιησούς, μιλούσε εβραιο-αραμαϊκά, ενώ τα λόγια του διαφυλάχτηκαν γραμμένα στην ελληνική γλώσσα. Είναι γνωστό ότι ο Ματθαίος, σύμφωνα με την πρώιμη μαρτυρία του Παπία του 2ου μ.Χ. αιώνα, έγραψε πρώτα στην Αραμαϊκή και ο ίδιος ή κάποιος μαθητής του μετέφρασε το Ευαγγέλιο, στην Ελληνική. Οι έρευνες απέδειξαν, επίσης, ότι πολύ πιθανόν, πέραν των προφορικών αναμνήσεων των λόγων του Ιησού που είχαν οι Ευαγγελιστές, και άλλοι, υπήρχε και μία άλλη πηγή Αραμαϊκών λογίων, που είναι γνωστή στους ειδικούς ως Πηγή (Quelle), απ’ την οποία άντλησαν κυρίως οι συνοπτικοί, αλλά η οποία ατυχώς δε διασώθηκε. Αυτή πρέπει να γράφτηκε από κάποιον μαθητή, γύρω στο 40 μ.Χ., δηλαδή, 7 μόλις χρόνια μετά το θάνατο του Ιησού! Έχουμε επαρκείς ενδείξεις επίσης, ότι το Ευαγγέλιο του Μάρκου που από πολλούς θεωρείται το αρχαιότερο, γράφτηκε γύρω στο 60 μ.Χ., ενώ προφανώς και τα 4 Ευαγγέλια γράφτηκαν αρχικά πριν από την καταστροφή της Ιερουσαλήμ, δηλ. προ του 70 μ.Χ. Σ’ αυτό κατέτειναν οι έρευνες του Γερμανού Γ. Γερεμίας, του καινοδιαθηκολόγου Α. Τ. Ρόμπινσον, του παπυρολόγου Κάρστεν Τίντε, του ανατολιολόγου Ουΐλλιαμ Ολμπράιτ, του εβραιολόγου Κλώντ Τρεμοντάν, κ.α. ειδικών ερευνητών.

Τα περιθώρια, λοιπόν, για μία υποτιθέμενη λογοκλοπή ή πλαστογραφία τρίτων, στενεύουν ασφυκτικά μ’ αυτά τα χρονικά πλαίσια. Ο κορυφαίος Όλμπραϊτ είναι κατηγορηματικός επ’ αυτού: «Μια περίοδος μεταξύ είκοσι και πενήντα ετών είναι σχεδόν ασήμαντη δια να επιτρέψει οποιαδήποτε αξιόλογη αλλοίωση στο ουσιαστικό περιεχόμενο και μάλιστα της συγκεκριμένης διατύπωσης των λόγων του Ιησού» (Από τη Λίθινη Εποχή στο Χριστιανισμό, σελ. 387).

Πριν όμως μιλήσουμε γι’ αυτό το θέμα, αξίζει να παραθέσουμε τα 4 βασικά κριτήρια με τα οποία οι ειδικοί ελέγχουν την αυθεντικότητα των καταγεγραμμένων λόγων του Ιησού. Αυτά είναι:

1) Το κριτήριο της ανομοιότητας. Σύμφωνα μ’ αυτό, υπάρχουν στα Ευαγγέλια αρκετά λόγια του Ιησού που δεν βρίσκονται σ’ άλλες πηγές. Ούτε στο ραββινικό Ιουδαϊσμό της εποχής του, ούτε στις επιστολές του Παύλου, ή σε γραπτά κείμενα της αρχαίας Εκκλησίας του 2ου αιώνα, κλπ. Είναι πρωτότυπα. Άρα, πρέπει να αποδοθούν στον ίδιο τον ιστορικό Ιησού. Ιδιαίτερα οι παραβολές, που αποτελούν το 40% της διδασκαλίας του, και αυτά τα Λόγια που αρχίζουν με την αντωνυμία «εγώ» τόσο στους συνοπτικούς όσο και στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο.

2) Το κριτήριο της πολλαπλής μαρτυρίας. Όταν ένα Λόγιο μαρτυρείται και από τους τρεις συνοπτικούς, θεωρείται γενικά αυθεντικό, διότι οι συνοπτικοί παρά την ομοιότητά τους, διακράτησαν την ανεξαρτησία τους και έγραψαν για διαφορετικούς αποδέκτες. Πολύ περισσότερο όταν το Λόγιο βρίσκεται και στο κατά Ιωάννην. Τότε έχουμε πλήρη μαρτυρία.

3) Το κριτήριο της συμφωνίας με τη συνολική διδασκαλία. Σύμφωνα μ’ αυτό, ένα Λόγιο ή σειρά Λογίων που δεν εναρμονίζεται με τη συνολική διδασκαλία του Ιησού αλλά ετεροφωνεί και αντιφάσκει μ’ αυτήν, θεωρείται ύποπτο ή υποβολιμαίο. Για να δώσουμε ένα παράδειγμα: υπάρχουν πολλά άλλα Ευαγγέλια, Γνωστικά, του Νάγκ Χαμμαντί (π.χ. Ευαγγέλιο της Μαρίας Μαγδαληνής, του Ιούδα), ή τα λεγόμενα Απόκρυφα του 2ου – 3ου μ.Χ. αιώνα, που περιέχουν πολλά φανταστικά λόγια που αποδίδονται στον Ιησού. Αλλά αυτά καταφανώς αντιφάσκουν με τη συνολική διδασκαλία του όπως μας είναι γνωστή στα 4 αυθεντικά Ευαγγέλια του 1ου μ.Χ. αιώνα. Σαφώς, όλα αυτά τα απόκρυφα Ευαγγέλια είναι ύποπτα και αμφίβολης ιστορικής αξιοπιστίας, αφού είναι πολύ μεταγενέστερα και αντιφάσκουν με την συγκεκριμένη διδασκαλία του Ιησού των γνησίων Ευαγγελίων, δημιουργώντας πλήρη σύγχυση. Έτσι, λόγου χάριν, στο Γνωστικό Ευαγγέλιο του Θωμά του 2ου αιώνα μ.Χ., υπάρχουν Λόγια του Ιησού που κάποια απ’ αυτά έχουν έναν ήχο αυθεντικότητας αφού τα βρίσκουμε και στα κανονικά. Σε καμία περίπτωση όμως, δεν είναι αυθεντικά κάποια λόγια, όπως π.χ. το 114ο, που λέει ότι ο Ιησούς τάχα είπε για την Μαριάμ «Ναι θα την ελκύσω ώστε να την κάνω άντραγιατί κάθε γυναίκα που θα γίνει άντρας θα εισέλθει στη Βασιλεία των Ουρανών!» , αφού ο Ιησούς είχε μαθήτριες και δεν έκανε διάκριση μεταξύ των δύο φύλων σε σωτηριολογική βάση.

4) Το κριτήριο του Αραμαϊκού υπόβαθρου. Ένα Λόγιο ή μια διδασκαλία του Ιησού, θεωρούνται αυθεντικά, όταν μπορούμε να διακρίνουμε σ’ αυτά αραμαϊκό (γλωσσικό ή συντακτικό) υπόστρωμα. Και τούτο, διότι, ο Ιησούς, τη διδασκαλία του τη διατύπωσε στην Γαλιλαϊκή εβραιο-αραμαϊκή γλώσσα, και τα Ευαγγέλια μάς έχουν διαφυλάξει πολλές τέτοιες εκφράσεις και λέξεις όπως Ταλιθά κούμι (Κοράσιον εγείρου), Βοαναργές, Εφφαθά, Μαμμωνάς κ.λπ.

Με τα παραπάνω 4 κριτήρια, οι ειδικοί Καινοδιαθηκολόγοι, μπορούν να αξιολογούν τις πηγές και οτιδήποτε άλλο αποδίδεται στον Ιστορικό Ιησού. Καταλήγοντας, όπως προανέφερα, σε πολλές περιπτώσεις έχουν διαφυλαχτεί τα Ipsissima verba, τα αυτούσια Λόγια του Ιησού, μερικά από τα οποία μάλιστα αν (ξανα)αποδοθούν στην αραμαϊκή, αποκτούν και ρυθμό με τον «παραλληλισμό των μελών», πράγμα που αποδεικνύει ότι ο από Ναζαρέτ Ιησούς μιλούσε όπως οι ποιητές-προφήτες του αρχαίου Ισραήλ. Σ’ άλλες περιπτώσεις όμως, έχουμε την αυτούσια φωνή του Ιησού μάλλον, παρά την κατά λέξη απόδοση των λόγων του. Το φαινόμενο, όσο παράξενο κι αν φαίνεται, μπορεί να θεωρηθεί επίτευγμα, αν αναλογιστεί κανείς, ότι δεν μπορούμε σε καμία περίπτωση να είμαστε βέβαιοι για την αυθεντικότητα των λόγων π.χ. του Σωκράτη, του Πυθαγόρα, του Μωάμεθ ή του Βούδα κ.α. διάσημων ανδρών της αρχαιότητας που μπορεί κάλλιστα, να τα είπαν άλλοι αντ’ αυτών, αφού κι αυτοί δεν έγραψαν τίποτα. Στην περίπτωση του Ιησού όμως, δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, όπως προανέφερα, γιατί μέσα απ’ τα Ευαγγέλια προβάλλει «μία φωνή που δε συγχέεται με καμία άλλη φωνή» κατά την εύστοχη παρατήρηση του Νομπελίστα Φρανσουά Μωριάκ.

Παρ’ όλα αυτά όμως, το ερώτημα παραμένει. Ποιες ήταν οι πηγές της διδασκαλίας του Ιησού; Δανείστηκε, να το πούμε έτσι κομψά, για να μη πούμε λογοέκλεψε, ο Ιησούς, αρχαίους συγγραφείς και μάλιστα Έλληνες; Επηρεάστηκε η διδασκαλία του περισσότερο από τον Ιουδαϊσμό ή από τον Ελληνισμό; Υπάρχει σε τελευταία ανάλυση κάποια μοναδικότητα στη διδασκαλία του;

Η μοναδικότητα της διδασκαλίας του Χριστού

Υπάρχουν έντονοι ισχυρισμοί από διάφορους κύκλους, αλλά και από ανεξάρτητους ερευνητές, ότι ο Ιησούς της Ναζαρέτ, τάχα, τίποτε το πρωτότυπο δεν είπε, αλλά όλα όσα δίδαξε και κήρυξε, μπορούν να ανακαλυφθούν στα γραπτά αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης, υπερτονίζουν κάποιες ομοιότητες που έχουν επισημανθεί μεταξύ των ηθικών παραγγελμάτων του Χριστού και ρητών αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων, όπως: «όσα συ νεμεσάς ετέρω μη ποιείν» που αντιστοιχεί με το «ο συ μισείς ετέρω μη ποιήσεις» των Ιουδαίων, ή με τον Χρυσούν Κανόνα του Ιησού: «Πάντα ουν όσα αν θέλητε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, ούτω και υμείς ποιείτε αυτοίς· ούτος γαρ έστιν ο νόμος και οι προφήται» (Ματθ. 7:12). Υπάρχει, βέβαια, ομοιότητα. Αλλά και εδώ υπάρχει μια ουσιώδης διαφορά. Ο Ιησούς μιλάει γενικά για ανθρώπους, με τη θετική μάλιστα διατύπωση του κανόνα, όχι την αρνητική. Κάποιοι άλλοι, τονίζουν ότι οι ιδέες της δημοκρατίας, της ελευθερίας και της ισότητας, ήταν περισσότερο γνωστές στον ελληνικό κόσμο από τον Ιουδαϊκό που είχε αναπτύξει στις μέρες του Χριστού έντονο απομονωτικό εθνικισμό… Συνεπώς, ο Ιησούς, θα πρέπει να δανείστηκε αυτές τις ιδέες από τους Έλληνες, μάλλον. Βέβαια, όλα αυτά και πολλά άλλα, αποτελούν απλές υποθέσεις για να μην πω φαντασιοκοπίες. Δεν μπαίνουν στον κόπο οι ισχυριζόμενοι, να εξηγήσουν λεπτομερώς, πως ο «γράμματα μη μεμαθηκώς», ο τέκτων Ιησούς, ο οποίος δεν ταξίδεψε πέραν της Γαλιλαίας και της Ιουδαίας, γνώρισε τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους, πού τους σπούδασε, και πως εγκολπώθηκε τις ιδέες τους και γιατί. Η απλή καταγωγή του από τη βόρεια επαρχία της Παλαιστίνης, «την Γαλιλαία των Εθνών», που κοντά της ήταν η Δεκάπολις, περιοχή εγκατάστασης των απογόνων του Μ. Αλέξανδρου, δεν επαρκεί για να εξηγήσει κάτι τέτοιο. Γαλιλαίοι υπήρξαν πολλοί. Αλλά «ουδέποτε ελάλησε άνθρωπος ούτως ως ούτος ο άνθρωπος» καθ’ ομολογίαν των εχθρών του (Ιωαν. 7:46). Και σύμφωνα με τον ορθολογιστή Ε. Ρενάν: «Κανένα στοιχείο της ελληνικής διδασκαλίας δεν έφθασε μέχρι τον Ιησού είτε αμέσως είτε εμμέσως. Δεν εγνώριζε τίποτε εκτός του Ιουδαϊσμού» (Βίος του Ιησού, σελ. 109). Αλλά, ούτε η υπόθεση ότι τάχα φοίτησε ανάμεσα στα 12-30, μεταξύ των ελληνοθρεμμένων (;) Εσσαίων, ικανοποιεί, διότι οι Εσσαίοι όσο κι αν ήταν επηρεασμένοι από τους Έλληνες (Πυθαγόρειους) ή άλλους κύκλους σ’ ορισμένες πεποιθήσεις τους, δεν έπαυαν να είναι Ιουδαίοι και μάλιστα φαρισαϊκότεροι των Φαρισαίων στην τήρηση του Μωσαϊκού Νόμου! Ο Ιησούς όμως διακήρυξε ότι ο «Υιός του ανθρώπου είναι κύριος του Σαββάτου» και ότι «δεν έγινε ο άνθρωπος για το Σάββατο αλλά το Σάββατο για τον άνθρωπο» (Μαρκ. 2:27).

Εκείνο, όμως, που μπορεί να αποτελέσει τον οριστικό καταλύτη σε έναν τέτοιο συχνά προβαλλόμενο, αθεμελίωτο ισχυρισμό, είναι η απλή σύγκριση της συνολικής διδασκαλίας του Ιησού με αυτή των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων και άλλων. Η σύγκριση αυτή, μπορεί να καταδείξει ότι ο πυρήνας της διδασκαλίας του Ιησού, είχε κάτι το μοναδικό, παρά το εξωτερικό περίβλημά της με τα σχήματα λόγου που ήταν γνωστά στον Ιουδαϊσμό και στην Παλαιά Διαθήκη.

Σε τι συνίσταται λοιπόν η μοναδικότητα της διδασκαλίας του Ιησού; Ας δούμε μερικά σημεία.

Ο Ιησούς δίδαξε ως φυσικός Ιουδαίος μέσα στην Παλαιστίνη σε Ιουδαϊκές συναγωγές, στο Ναό, σε χωριά και σε μικρές πόλεις, σε λόφους και ακρογιαλιές της θάλασσας της Γαλιλαίας. Απευθυνόμενος κυρίως σε Ιουδαίους μαθητές του, και μη, χρησιμοποιούσε άφθονες εκφράσεις και σχήματα λόγου με τα οποία οι ακροατές του ήταν εξοικειωμένοι, ιδιαίτερα από τα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης που τα διδάσκονταν από μικρά παιδιά, αλλά και εκφράσεις γνωστές από τους σύγχρονούς του και τους ραββίνους. Μπορεί άνετα να καταδειχτεί, ότι ένα μεγάλο μέρος της φρασεολογίας και της ποιητικής εικονοποιίας του, με ιδιαίτερη έμφαση στο σχήμα της υπερβολής, μπορεί να ανιχνευθεί – εντοπιστεί, μέσα σε παλαιοδιαθηκικά κείμενα. Π.χ. το Λόγιον «Πύλες Άδου ου κατισχύσουσιν (της εκκλησίας)» ενυπάρχει σαν έκφραση στο βιβλίο του Ιώβ 38:17. Παρόμοια, το ρητό «όπου το πτώμα εκεί και οι αετοί», υπάρχει σαν εικόνα, πάλι στο βιβλίο του Ιώβ. Λόγια που τα εφάρμοσε στον εαυτό του, υπάρχουν στο βιβλίο των Ψαλμών, καθώς υπάρχουν και εκφράσεις των Ψαλμών που τις χρησιμοποίησε ο ίδιος, ενώ, άλλα λόγια του που αναφέρονται στη μακαριότητά του προσφέρειν, ή στην αμεριμνησία για τα εγκόσμια, υπάρχουν εν σπέρματι στις Παροιμίες Σολομώντος και αλλού (πρβλ. Λουκ. 6:38 με Παραμ. 19:17, και Ματθ. 6:25, με Παροιμ. 12:25 και 17:22).

Υπάρχουν και ολόκληρα προφητικά χωρία, όπως π.χ. του Ησαΐα (61:1 επ.) που τα εφάρμοζε στον εαυτό του και σχήματα λόγου του προφήτη, και εκφράσεις, παρμένα απ’ αυτόν και από άλλους προφήτες (Ιερεμία, Ιεζεκιήλ, Μιχαία κ.λπ.). Σε πολλές περιπτώσεις, έλεγε «είναι γεγραμμένον» ή «ως γέγραπται», παραπέμποντας απ’ ευθείας στις Εβραϊκές Γραφές. Έχει υπολογιστεί, ότι πάνω από 80 παραθέσεις περικοπών από την Εβραϊκή βίβλο υπάρχουν στα Λόγια του. Κοντολογίς, ένα μεγάλο μέρος της διδαχής του, έχει υπόβαθρο τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης. Ιδιαίτερα παρέθετε από την Τορά (πεντάτευχο), τους ψαλμούς και τους προφήτες.

Από την άλλη, υπάρχουν και εκφράσεις όπως «μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι», που ήταν μία συνηθισμένη Ιουδαϊκή έκφραση κατά τον πρώτο μ.Χ. αιώνα, αφού βρέθηκε και στα χειρόγραφα της Νεκράς θάλασσας, ως anwa ruah, έκφραση που σημαίνει, μακάριοι οι ταπεινόφρονες. Η έκφραση «κάμηλος δια τρυμαλιάς ραφίδος» υπάρχει στο Ταλμούδ ως «Έλεφας διερχόμενος δια (οπής) βελόνης» κ.α. Ακόμα η έκφραση «οι τρίχες της κεφαλής σας είναι αριθμημένες», βρίσκεται τόσο στην Π. Διαθήκη, όσο και στα χειρόγραφα του Κουμράν.

Τα παραπάνω λίγα παραδείγματα, μπορούν να δείξουν κάτι πολύ απλό και λογικό. Ο Ιησούς, ως φυσικός Ιουδαίος, απευθυνόμενος σε Ιουδαίους, χρησιμοποιούσε γνωστές εικόνες έκφρασης και παραστάσεις για να γίνει κατανοητός σ’ αυτούς. Όπως κατέδειξα στο βιβλίο μου Ιησούς ο ποιητής των ποιητών, μιλούσε σε πολλές περιπτώσεις με ποιητικό τρόπο και ρυθμό και χρησιμοποιούσε ως μέσα διδασκαλίας του πολλά σχήματα λόγου (εικόνες, παρομοιώσεις, μεταφορές, υπερβολές, αινίγματα, παράδοξα, ερωτήσεις, αντερωτήσεις, επιχειρήματα, όπως το a fortiori (πόσο μάλλον), διλήμματα, επιχειρήματα της εις άτοπον απαγωγής, παραβολές, δίστιχα, ρητά, κλπ. Αλλά, κυρίως, μιλούσε με απλότητα, αμεσότητα και σαφήνεια. Όχι με τρόπο νεφελώδη, ερμητικό, και ακατανόητο. Ήτανε ένας οπαδός της Ιουδαϊκής σχολής της «χαγκαδά», της χρήσης δηλαδή, ιστοριών-παραβολών, και όχι της «χαλακά» των νομικών διατάξεων και απαγορεύσεων. Αν κάποια λόγια του δεν κατανοούνται καλά σήμερα, (όπως π.χ. «αν έρχεται κάποιος σε μένα και δε μισεί τον πατέρα του και τη μητέρα του κλπ.») τούτο οφείλεται, στην απόσταση του χρόνου και στην έλλειψη γνώσης της γλώσσας και των εθίμων.

Αλλά για να έλθουμε και στην ουσία του θέματος: ο Ιησούς της Ναζαρέτ αν ήταν Αυτός που παρουσιάζεται ότι ήταν, δεν είχε ανάγκη να καταφύγει σε καμία λογοκλοπή από αρχαίους Έλληνες σοφούς ή Βουδιστικά ρητά και άλλα συγγράμματα… Για τον απλούστατο λόγο, ότι η διδασκαλία του εν μέρει ήταν προέκταση της διδαχής της Π. Διαθήκης (ουκ ήλθον καταλύσαι τον Νόμον ή τους προφήτες αλλά πληρώσαι) και εν μέρει, καθαρά δική του, δικής του πρωτοτυπίας, με την σφραγίδα της δικής του ιδιοφυΐας. Η ομοιότητα του Ιησού με τους αρχαίους φιλοσόφους, βρίσκεται ακριβώς στην ανομοιότητά του, όπως προσφυώς παρατήρησε κάποτε ο Δανός φιλόσοφος Κίργκεγκωρ.

Κατ’ αρχάς, ο Ιησούς, ως «Ιουδαίος» πιστός, ουδέποτε παρέπεμψε ή υπαινίχθηκε εξωβιβλικές πηγές για τη διδασκαλία του. Αν γνώριζε τον Πλάτωνα, τον Πυθαγόρα ή οποιοδήποτε άλλον Έλληνα σοφό και υιοθετούσε τις διδασκαλίες τους, θα μπορούσε εύκολα να πει στους μαθητές του και σε άλλους να διαβάσουν τα συγγράμματά τους. Τελεία και παύλα. Ήταν πολύ απλό. Αντ’ αυτού, ο Ιησούς έλεγε, ότι τη διδαχή του την έλαβε είτε άμεσα, είτε έμμεσα, από τον ουράνιο πατέρα του: «Αυτά που διδάσκω εγώ δεν είναι δικά μου αλλά είναι εκείνου που με απέστειλε» (Ιωαν. 7:10). Και ακόμη: «απ’ εμαυτού ποιώ ουδέν, αλλά καθώς εδίδαξέ με ο πατήρ μου ταύτα λαλώ και ο πέμψας με μετ’ εμού εστίν» (Ιωαν. 8:28). Και πάλι: «Εγώ εξ εμαυτού ουκ ελάλησα, αλλά ο πέμψας με πατήρ αυτός εντολήν μοι έδωκε τι είπω» (πρβλ. και Ματθ. 11:27). Γι’ αυτό μπορούσε να λέει «Εγώ είμαι το φως του κόσμου» (Ιωάνν. 8:12) και, «εγώ είμαι η οδός η αλήθεια και η ζωή» (Ιωανν. 14:6). Και γι’ αυτό, αυτή η διδαχή, είχε και τόσο συνταρακτικά αποτελέσματα στους ανθρώπους όλων των εποχών από τότε ίσαμε σήμερα. Ήταν υπερκόσμιας, αν θέλετε να το πούμε έτσι, προέλευσης. Σύνοψη της διδασκαλίας του, υπήρξε, η λεγόμενη «Κυριακή προσευχή» γνωστή ως «Πάτερ ημών».

Ο Ιησούς, λοιπόν, είπε μερικά πρωτάκουστα πράγματα που κανείς δεν μπορούσε να επινοήσει και κανείς δεν επινόησε, παρά μόνον ο ίδιος. Είπε πρώτα απ’ όλα ότι ο Θεός είναι Πατέρας όλων. Όχι μόνο των Ιουδαίων, αλλά όλων των ανθρώπων, διδάσκοντας, ότι «πάντες σεις αδελφοί είστε» και «όσα θέλετε να κάνουν οι άνθρωποι σε σας κάνετε και εσείς σε αυτούς» και «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη». Έτσι, ξεκόβει από τον Ιουδαϊκό εθνοφυλετισμό, προσδίδοντας παγκοσμιότητα-οικουμενικότητα στη διδασκαλία του. Η λέξη πατέρας (αββά) υπάρχει γύρω στις 80 φορές στα λόγια του, σ’ αντίθεση με την Π. Διαθήκη, όπου υπάρχει 3-4 φορές. Βέβαια, οι αρχαίοι Έλληνες, γνώριζαν τον Δία, ως «Πατέρα ανδρών τε και Θεών», αλλά η περίπτωση της διδαχής του Ιησού για τον Θεό ως πατέρα, είναι τελείως διαφορετική. Διότι, εδώ, δεν πρόκειται για έναν θεό μυθολογικό, φορτωμένο με τα πάθη και τις αδυναμίες των επινοητών του, αλλά για έναν πατέρα τρυφερό, γεμάτο στοργή και έλεος, όπως καταφαίνεται από την παραβολή του εύσπλαχνου πατέρα (Λουκ. 15:11). Ο όρος αββά (=πατέρας) για το θεό, ήταν εξαιρετικά απίθανος στην εποχή του Ιησού, στην Ιουδαϊκή γραμματεία, γιατί απεκάλυπτε οικειότητα, πράγμα που θεωρούνταν ανευλαβές.

Δεύτερον: Ο Χριστός δεν μίλησε αόριστα για δημοκρατία, για πολιτική ελευθερία, για ειρήνη με κατάπαυση του πολέμου, όπως οι αρχαίοι Έλληνες, αλλά μίλησε για τη Βασιλεία του Θεού, ή βασιλεία των Ουρανών (malekut hayamim), έννοια παντελώς άγνωστη στην αρχαία ελληνική γραμματεία. Ήταν γνωστή βέβαια, ως έννοια στην Ιουδαϊκή, αλλά μόνο ως «κυριαρχία του Θεού». Όχι όπως την εννοούσε ο Ιησούς. Δηλαδή, σαν εκκλησία των εκλεκτών μαθητών του, με κεφαλή και επίκεντρο τον ίδιο. Η βασιλεία του Θεού είχε πλησιάσει δι’ αυτού και θα ερχόταν μελλοντικά, εσχατολογικά, απ’ αυτόν. Η βασιλεία του Θεού ήταν ο κεντρικός άξονας της διδασκαλίας του και των παραβολών του. Ακόμα, όταν ο Ιησούς μίλησε για ειρήνη, μίλησε για τη δική του ειρήνη που άφηνε στον κόσμο, και ποτέ δε μίλησε για δημοκρατία! Γιατί η βασιλεία του δεν ήταν εκ του κόσμου τούτου. Ήταν πνευματική βασιλεία – εκκλησία.

Τρίτον, ο Ιησούς μίλησε για αγάπη όχι μόνον στον πλησίον (όπως την γνώριζαν ήδη οι Ιουδαίοι, για τους ομοεθνείς τους), αλλά για αγάπη προς όλους, ακόμη και των εχθρών (Ματθ. 5:44) και να προσευχόμαστε γι’ αυτούς που μας καταδιώκουν. Αυτό ήταν κάτι το πρωτάκουστο για τον αρχαίο κόσμο ιουδαϊκό και εθνικό! Η αγάπη μάλιστα, κατά τον Ιησού, φθάνει μέχρι αυταπαρνήσεως και αυτοθυσίας (Ιωαν. 15:13). Αλλά και κάτι ακόμη. Ο Χριστός μίλησε για ευσπλαχνία και συμπόνια. Ανοίξτε τώρα τα ειδικά λεξικά, όπως π.χ. του Liddel Scott και άλλων, και τα ταμεία, και ψάξετε και δείτε, πόσες φορές υπάρχει το ουσιαστικό αγάπη, και το ρήμα αγαπώ ή φιλέω, στην αρχαία ελληνική γραμματεία, και πόσες φορές στην Καινή Διαθήκη. Και τότε, θα δείτε, ότι είναι ζήτημα να υπάρχει καμία ντουζίνα στην ελληνική, για το ρήμα φιλέω ή αγαπώ (το ουσιαστικό αγάπη σχεδόν δεν υπάρχει), συνολικώς, ενώ υπάρχει 250 φορές, το ουσιαστικό και το ρήμα στην Κ. Διαθήκη! Όσον αφορά για την ευσπλαχνία, αυτή ελλείπει σχεδόν παντελώς από την ελληνική γραμματεία, ενώ γίνεται συνεχώς λόγος απ’ τον Ιησού για την ευσπλαχνία και τη συμπόνοια. Ο Ιησούς είπε: «Να είστε εύσπλαχνοι όπως και ο Θεός είναι εύσπλαχνος» (Λουκ. 6:36). Σπλαχνιζότανε τους ανθρώπους και θεράπευε τους αρρώστους (Μαρκ. 1:41, Ματθ. 9:35, 15:32). Όπως παρατηρεί ο Ελληνιστής Ουΐλλιαμ Μπάρκλεϋ (W. Barcley, New Testament Words) η στάση του Ιησού ως προς την ευσπλαχνία βρίσκεται σε οξεία αντίθεση με την στωική αντίληψη περί θεού που ήταν η απάθεια και την πλατωνική, που έλεγε ότι «θεός άνθρωπω ου μείγνυται» και, «μια πέτρα με ακούει πιο πολύ παρά ο Δίας». Παρόμοια θέση είχε και ο Πλούταρχος (De Def. Orac. 9, 414). Έτσι, η κεντρική αρετή του θεού είναι η ευσπλαχνία, λέξη, που δεν έχει σχέση με τον οίκτο, αλλά που στ’ αραμαϊκά προέρχεται από μία λέξη που συγγενεύει με τη μήτρα. Κατά τον Ιησού, η ευσπλαχνία, έχει να κάνει με την μητέρα που έχει στη μήτρα της το έμβρυο (Marcus Borg).

Τέταρτον: Ενώ ο ελληνικός και γενικά ο αρχαίος κόσμος, μιλούσε για αθανασία άυλης ψυχής, που μάλιστα προϋπήρχε, ο Ιησούς σε αρμονία με τους Εβραίους προφήτες (Ησαΐα, Ιεζεκιήλ, Δανιήλ, κλπ.), μιλούσε για ανάσταση νεκρών — του ανθρώπου ως σύνολον, και του σώματος, και όχι για επιβίωση μιας άυλης ψυχής! (Ιωάν. 5:28).

Πέμπτον: Εσχατολογικά, ο Ιησούς μιλάει για μια παλιγγενεσία, και τη 2η παρουσία του και την τελική κρίση των ανθρώπων, σ’ ένα χρόνο, που κινείται ευθύγραμμα, όχι κυκλικά, όπως πίστευαν οι αρχαίοι Έλληνες και οι Ινδοί και γενικά ο αρχαίος κόσμος. Ο Ιησούς δεχότανε την ιστορική επέμβαση του θεού στην ιστορία και στον κόσμο (πριν γεννηθεί ο Αβραάμ εγώ ειμί) και την αλλαγή του κόσμου εσχατολογικά (Μαρκ. κεφ. 13).

Έκτον: Ο Ιησούς ανύψωσε τη γυναίκα και τα παιδιά. Είχε σ’ αντίθεση με τους αρχαίους Ιουδαίους ραβίνους και εθνικούς, πολλές μαθήτριες κοντά του, που τις εκπαίδευε για να κηρύττουν. Ας θυμηθούμε ότι εμφανίστηκε πρώτα στις μυροφόρες μετά την ανάστασή του! Επιπλέον καλούσε αμαρτωλούς, πόρνες και τελώνες εις μετάνοια όχι δικαίους ή σοφούς, υπερφίαλους. Ήταν ανοιχτός σε όλους. Όχι σε ολίγους εκλεκτούς – μυημένους, όπως έκανε ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης. Και ιδιαίτερα, καλούσε τους κοπιώντες και πεφορτισμένους, τους καταφρονεμένους, τους αμ-χαρέτς.

Έβδομο: Ο Ιησούς, έδινε έμφαση όχι τόσο στη σοφία ή την γνώση, αλλά στην πίστη, λέξη, που στα εβραϊκά προέρχεται από τη λέξη Αμάν (=Αμήν, αληθώς) και σημαίνει πιστότητα, σταθερότητα, βεβαιότητα. (Το συγγενικό ουσιαστικό Εμέθ έχει να κάνει με την αλήθεια και αξιοπιστία). Γι’ αυτό έλεγε: «Πιστεύετε στον Θεό και εις εμέ» και, «η πίστις σου σέσωκέ σε» και «εάν έχετε πίστιν ως κόκον συνάπεως», κ.λπ.

Όγδοο: Ο Ιησούς ήταν κατά τους ισχυρισμούς του, ο Υιός του ανθρώπου και ο «Υιός του Θεού». Ήταν ο αναμενόμενος και ο αναγγελθείς υπό των προφητών, Μεσσίας. Αυτοπαρουσιάστηκε ως σωτήρας ή λυτρωτής του Κόσμου, με μια διδασκαλία που ήταν «καινός οίνος» που δε χωρούσε σε παλιούς ασκούς, σε παλιά καλούπια (Μαρκ. 2:22). Μοναδικά είναι και τα λόγια του που αποτελούν μια μινιατούρα του Ευαγγελίου: «Τόσον ηγάπησε ο Θεός τον κόσμον, ώστε έδωκε τον υιόν του τον μονογενή ίνα μη απωλεσθή πας ο πιστεύων εις αυτόν αλλά να έχη ζωήν αιώνιαν» (Ιωάν. 3:16).

Αυτά όλα και αρκετά άλλα, απετέλεσαν το Ευαγγέλιο του Ιησού, λέξη που σημαίνει, «Καλή Αγγελία» και υπάρχει συνολικά 76 φορές στην Καινή Διαθήκη. Η λέξη εδώ, αποκτά ειδικό εννοιολογικό βάρος και διαφέρει από την αρχαιοελληνική έννοια, της καλής αγγελίας, γενικώς. Αν αυτά που είπε, ήταν ερανισμός από Έλληνες σοφούς και Ιουδαίους, σε τι θα συνίστατο η αγαθή αγγελία του; Είναι νομίζω, καταφανές, ότι σε καμία περίπτωση ο Ιησούς δεν μπορεί να ήταν «λογοκλόπος» κανενός. Το copyright του, ήταν αποκλειστικά δικό του, δικής του ιδιοφυΐας, επινόησης και προέλευσης. Μπορούσε να χρησιμοποιεί γνωστές εκφράσεις της εποχής του, αλλά το μήνυμά του ήταν πρωτότυπο και πρωτοποριακό. Ήταν η «αγαθή αγγελία» ότι ο ίδιος έγινε άνθρωπος για τη λύτρωση του ανθρώπου. Με το ευαγγέλιο της Βασιλείας, δίδαξε συνταρακτικές αλήθειες για όλους τους ανθρώπους, όλων των εποχών… Γιατί ο Ιησούς ως δάσκαλος ήταν άριστος. Αξεπέραστος. Ήξερε να παρουσιάζει «κοινώς τα καινά και καινώς τα κοινά».

Παραμένει βέβαια, μετά απ’ όλα αυτά, το ερώτημα, αν τα Ευαγγέλια ως κείμενα, αφού καταγράφηκαν τον 1ο αιώνα μ.Χ., νοθεύτηκαν αργότερα από ιερείς και αντιγραφείς. Αλλά αυτό, είναι ένα άλλο ερώτημα, που θα μας απασχολήσει μια άλλη φορά.


Ντουάιτ Πραΐορ, Γιέσουα, Ανακαλύπτοντας τον ιστορικό Ιησού (1999).

Κάρστεν Τίντε, Ιησούς: μύθος ή πραγματικότητα; (1999).

Charles Parrot, Ιησούς (ΒΗΜΑ γνώση, 2007).

Thomas Altizer, The Contemporary Jesus (1997).

Martin Hengel, Judaism and Hellenism.

Michael Grant, Jesus (1977).

Vitorio Messori, Υπόθεση Ιησούς (1980).

Β. Ιωαννίδη, Η καινή εντολή της αγάπης (Θεσ/νίκη 1950).

Τ. Boman, Hebrew Thought Compared with Greek (1960).

Δημήτρης Τσινικόπουλος

Μεθοδολογία στη μελέτη των μυστηριακών θρησκειών και της πρώιμης χριστιανοσύνης / Methodology in the study of the mystery religions and early Christianity

Methodology in the study of the
mystery religions and early Christianity

(Historical and literary studies,
pagan, Jewish and Christian, 1968)

By Bruce M. Metzger

From the days of the Renaissance and Reformation to the present, the Mystery Religions of antiquity have engaged the attention of classical scholars and theologians alike.[1] During what may be called the precritical stage of the study of this subject, it was commonly believed that by the Mysteries a constant succession of priests or hierophants transmitted from age to age an esoteric doctrine, better and nobler than that of the popular religion.[2] Whether this recondite (δυσνόητος, μυστηριώδης) science had been derived originally from the hidden wisdom of India or Egypt, or from the Old Testament, or even from a primitive revelation to all mankind, was debated with characteristic disregard for historical methodology.   

The first scholar who made an exhaustive and critical examination of the statements of ancient authors regarding the Mysteries was Christian August Lobeck.[3] Although Lobeck confined his attention to the Eleusinian, the Orphic, and the Samothracian Mysteries, his monograph, published in 1829, was of the greatest importance in the inauguration of a new era in the scientific study of the subject in general. A great deal of rubbish and pseudo-learning was swept aside, and it became possible to discuss intelligently the rites and teachings of the Mysteries.[4]

Continue reading

Τι σχέση έχει ο ιωάννειος «Λόγος» με το «Λόγο» της ελληνικής φιλοσοφίας; / Johannine Logos compared with Greek philosophy Logos

The ‘Logos’ occurs in the earliest period of Greek philosophy in Heraclitus, and then especially in Stoicism. Here it is the cosmic law which rules the universe and at the same time is present in the human intellect. It is thus an abstraction, not a hypostasis. Therefore, although the Stoics too, spoke of the Logos, and although they too could say that the Logos was ‘in the beginning’, nevertheless, with their impersonal, pantheistic World Soul they meant something quite different from the Johannine Logos. Platonism also uses the concept. Its view of the ‘real’ being (in the Platonic, idealistic sense, of course) may come nearer the Johannine view, but it still has nothing to do with a hypostasis, and the idea of the Logos’ ‘becoming flesh’ is quite unthinkable for the Platonist. We must guard against being led by the terminological analogy to read into Greek philosophy the late Jewish or Johannine understanding of the Logos. Even Augustine knew that the complete entrance of the Logos into history and humanity is utterly foreign to Platonism, although formal similarities did lead him to remark that with somewhat different expressions the Platonic books say the same thing about the original Logos that John teaches in his Gospel (Confessions, 7.9). Actually, of course, the similarity between the two is more one of terminology than of content itself.

Οscar Cullmann, The Christology of the New Testament, σελ. 251, 252.

Συνεπαγόταν ο χριστολογικός τίτλος «Κύριος» οντολογική ταύτιση με τον Θεό για τους πρώτους χριστιανούς; / Did the Christological title “Lord” mean an ontological identification with God for early Christianity?

We have already seen that on the basis of the Kyrios title, the first Christians could apply all statements about God also to Jesus. We would oversimplify the problem, however, and fall into a heresy condemned by the ancient Church if we were to attribute to the New Testament a complete identification between God the Father and Jesus the Kyrios, and maintain that the faith of early Christianity made no distinction at all between the two. The ancient two-part confession in I Cor. 8.6, to which we have already referred in another context, indicates that the early Church by no means forgot the distinction—not even when Christ was recognized as the mediator of creation: ‘. . . for us there is one God, the Father, from (εξ) whom are all things and for (εις) whom we exist, and one Lord, Jesus Christ, through (διά) whom are all things and through whom we exist.’ The use of prepositions makes clear the distinction: εξ and εις with reference to God; διά with reference to Christ. We shall seek in vain for a more precise definition of the original relationship between God the Father and Christ the Kyrios.

Even with the titles ‘Logos’ and ‘Son of God’ we approach a closer definition of this relationship only in so far as they refer directly to the pre-existence of Jesus, his being ‘in the beginning’. But we shall see that these names too do not indicate unity in essence or nature between God and Christ, but rather a unity in the work of revelation, in the function of the pre-existent one. As we have seen, this is also the meaning of the transfer of the divine Kyrios name to Jesus. God and the exalted Jesus are one with regard to world dominion, which is one aspect of God’s self-revelation. It is true that Kyrios has to do primarily with the divine rule of Jesus in the present phase of Heilsgeschichte. But I Cor. 8.6 and Heb. 1.10 ff., for instance, extend the scope of this tide to include also Jesus’ original function as mediator of creation.

We do hear concerning the Logos that ‘In the beginning was the Word . . . the Word was with God, was God.’ But, almost as if the writer of the prologue of John feared further ontological speculation, he moves immediately from being to the act of revelation: ‘All things were made through him… and the Word became flesh.’ The situation is similar with the Son of God concept. Looking at the end rather than at the beginning of time, Paul leads us in I Cor. 15.28 to the very threshold of a complete eschatological absorption of the Son in the Father: ‘When all things are subjected to him, then the Son himself will also be subjected to him who put all things under him, that God may be all in all.’

It is possible to speak of the Son only in connection with the revelation of God, but in principle at least one can speak of God also apart from revelation. But the New Testament is interested only in revelation. This is the source of the New Testament paradox that the Father and Son are at once one and yet distinct—a paradox which the later Christian theologians could not explain because they attempted to do so by speculative philosophical means.

Οscar Cullmann, The Christology of the New Testament, σελ. 247, 248.

Αρχαιολογική επιβεβαίωση της στρατιωτικής εκστρατείας του Σισάκ εναντίον του Ισραήλ / Archaeological verification of the military campaign of Shishak against Israel


Ανάγλυφη απεικόνιση του θριάμβου του Φαραώ Σισάκ

Του Kenneth A. Kitchen

In the previous sidebar, I quote the reference in 1 Kings to Pharaoh Shishak’s attack on Jerusalem shortly after Solomon’s death. A similar passage can be found in Chronicles:

 “Shishak king of Egypt attacked Jerusalem in the fifth year of king Rehoboam. With 1200 chariots and 60,000 horsemen and the innumerable troops of Libyans, Sukkites and Cushites that came with him from Egypt, he captured the fortified cities of Judah and came as far as Jerusalem” ( 2 Chronicles 12:2–4 ).

 Unfortunately, no single Egyptian document gives us a narrative equivalent to that found in Kings and Chronicles. At the Karnak temple of the god Amun in Thebes, however, Shishak (Shoshenq I) left a vast triumphal relief—possibly unfinished—to celebrate his military campaign that brought to Egypt loot from Solomon’s Temple. The Amun temple relief lists many towns in Palestine and gives both more and less information about this Egyptian military campaign than do the Biblical accounts. Damage to several sections of the hieroglyphic list regrettably robs us of the mention of a number of place-names, particularly in Judah, while, on the other hand, the list includes many places in Israel, showing that Shishak also brought Jeroboam, king of Israel, to heel, a point that did not interest the Jerusalem-based Biblical annalists.

The relief includes rows of heads with hieroglyph-fitted ovals for bodies which name many places in Judah and Israel. A drawing (above) and a photo (below) show details of Shoshenq’s relief. The four ovals in the photo detail appear just below and to the left of Shoshenq’s right foot (see tinted area in drawing). These four ovals contain the names of three places in the Negev: The one on the right reads ’irhrr, which may be Jehallel, mentioned in 1 Chronicles 4:16 ; the two in the middle read p.qr ’ibrm “Fort of Abram” (?); and the one at left reads šbrt , “Shibboleth,” which means stream. No narrative, however, accompanies this hieroglyphic list.

 One smashed stela from Karnak does preserve a few phrases about the start of Shishak’s campaign:

“Now, My Majesty found that [ … they] were killing [ … ] army-leaders. His Majesty was upset about them … [His Majesty went forth,] his chariotry accompanying him without (the enemy’s) knowing it. His Majesty made great slaughter among them, … at the edge of the Bitter Lakes.” A contemporary, Hori, had been a “real royal scribe, [following] the king at his incursions into the foreign lands of Retenu [i.e., Palestine]”.

 Finally, physical proof of the presence of Shishak in Palestine is afforded by the corner- fragment of a once great stela found at Megiddo in Israel. Excavators of Megiddo in the 1920s and ’30s unearthed a 15-inch-long stone fragment with carved cartouches * of the king. The fragment dates to about 925 B.C. Seen clearly in the drawing, Shishak’s cartouches read:

Hedj-kheper-Re “Bright is the form of (the sun-god) Re” “Amun’s beloved, Shoshenq (I).”

­Απόσπασμα από το Does the Bible Exaggerate King Solomon’s Golden Wealth?, BAR 15:03 (May/June 1989). Biblical Archaeology Society.

Θυσίασε πράγματι ο Ιεφθάε την κόρη του; Μια ανάλυση του Κριτές 11:31 / Did Jephthah really sacrifice his daughter? An analysis of Judges 11:31

Υπάρχουν ορισμένοι άνθρωποι, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι ο Ιεφθάε πρόσφερε την κόρη του ως ανθρωποθυσία στον Θεό. Κατά συνέπεια, κατηγορούν τον Θεό ως τέρας, έναν αιμοβόρο Θεό που αντλεί ηδονή από τον πόνο, το αίμα και το θάνατο. Για παράδειγμα, ο καθηγητής Richard Dawkins στο βιβλίο του The God Delusion (σελ. 243) γράφει:

In Judges, chapter 11, the military leader Jephthah made a bargain with God that, if God would guarantee Jephthah’s victory over the Ammonites, Jephthah would, without fail, sacrifice as a burnt offering ‘whatsoever cometh forth of the doors of my house to meet me, when I return’. Jephthah did indeed defeat the Ammonites (‘with a very great slaughter’, as is par for the course in the book of Judges) and he returned home victorious. Not surprisingly, his daughter, his only child, came out of the house to greet him (with timbrels and dances) and – alas – she was the first living thing to do so. Understandably Jephthah rent his clothes, but there was nothing he could do about it. God was obviously looking forward to the promised burnt offering, and in the circumstances the daughter very decently agreed to be sacrificed. She asked only that she should be allowed to go into the mountains for two months to bewail her virginity. At the end of this time she meekly returned, and Jephthah cooked her. God did not see fit to intervene on this occasion.

Είναι τα πράγματα όντως έτσι; Σας παρακαλώ διαβάστε την παρακάτω ανάλυση του καθηγητή E. W. Bullinger.

 Jephthah is introduced to us under the same title as Gideon, «a mighty man of valour» (Judges 11:1). Again, we have not to consider his history as a man, but his faith, which was of God. 

He was one who feared Jehovah. In his earliest words he calls Jehovah to witness; and he afterwards went and “uttered all his words before Jehovah, in Mizpeh” (v. 11)

His message to the king of Ammon (vv. 14-27) shows that he was well versed in the history of His people, as recorded in “the book of the Law”. He must have studied it closely and to some purpose; for he not only knew the historical events as facts, but he recognized them as being ordered by Jehovah.

He traced all to Jehovah. It was He Who had “delivered Sihon and all his people into the hand of Israel” (v.21). It was Jehovah, God of Israel, who had disposed the Amorites before His people (v.23). What Jephthah and Israel would now posses was what God had given to them (v. 24). And it was Jehovah, the Judge, Whom he called on to judge between Israel and Ammon (v. 27).

Jephthah had heard the words of Jehovah as written down in the Scriptures of truth; and he believed them.

This is exactly an instance of what the Apostle refers to in Hebrews xi. He, too, knew the history which Jephthah believed, and the faith which conquered through God. This it is that gives Jephthah his place in this great “cloud of witnesses.”

When he had thus called on God to judge, we read: “Then the Spirit of the LORD came upon Jephthah,” and we again note the words which this describe the action of the Holy Spirit in that dispensation (v.29).

In the power of that Holy spirit, Jephthah undertook the war with Ammon, and Jehovah crowned his faith by delivering the Ammonites into his hand (v.32).

This is the exceedingly simple account of Jephthah’s overcoming faith; and there is little to be added to it. He had simply read what Jehovah had done; and thus heard what He had said. He believed what he had thus read and heard, and this is quite sufficient to cause him to be placed among the “elders who received a good report” on account of their faith.

But in the case of Jephthah, as in no other, we feel compelled to go out of our way to vindicate (απαλλάσσω) him from what we shall show to be the unjust judgement of men.

His God-wrought faith must not be tarnished (αμαυρώνω) without the sure and certain warrant of the word of God itself.

Like Moses, Jephthah “spake unadvisedly with his lips,” but this does not touch his faith in what he had heard from God; his vow was made according to his zeal, but not according to knowledge. That he would sacrifice his daughter, and that God would not reprobate (αποδοκιμάζω) by one word of disapproval a human sacrifice is a theory incredible. It is only a human interpretation, on which Theologians have differed in all ages, and which has been reached without a careful examination of the text.

It is important to remember that the ancient Jewish Commentator Rabbi David Kimchi (1160-1232) renders the words of the vow (Judges 11:31) very differently from the A.V (editor’s note: A.V. = Authorised version, KJV) and R.V. (editor’s note: R.V. = Revised version), and he tells us that his father Rabbi Joseph Kimchi (died 1180) held the same view. Both father and son, together with Rabi Levi ben Gerson (born 1288), all of them among the most eminent of Hebrew grammarians and commentators, who ought to know better than any Gentile commentator, gave their unqualified approval to the rendering of the words of the vow which, instead of making it relate to one object, translate and interpret it as consisting of two distinct parts.

This is done by observing the well known rule that the connective particle ו (vau, our English v) is often used as a disjunctive, (διαζευκτικό) and means “or”, when there is a second proposition. Indeed this rendering is suggested in the margin of the A.V.

The following passages may be consulted:

Genesis 41:44

“Pharaoh said unto Joseph, I am Pharaoh, and without thee shall no man lift up his hand OR foot in all the land of Egypt.”

Exodus 20:4

“Thou shalt not make unto thee any graven image, OR any likeness of any thing that is in heaven above, OR that is in the earth beneath, OR that is in the water under the earth”

Exodus 21:15

“He that smiteth his father, OR his mother, shall be surely put to death.”

Exodus 21:17

“He that curseth his father, OR his mother, shall surely be put to death.”

Exodus 21:18

“if men strive together, and one smite another with a stone, OR with his fist, and he die not, but keepeth his bed”

Numbers 16:14

“Moreover thou hast not brought us into a land that floweth with milk and honey, OR given us inheritance of fields and vineyards: wilt thou put out the eyes of these men? We will not come up.”

Numbers 22:26

“And the angel of the LORD went further, and stood in a narrow place, where was no way to turn either to the right hand OR to the left.”

Deuteronomy 3:24

“what God is there in heaven OR in earth.”

2 Samuel 3:29

“Let it rest on the head of Joab, and on all his father’s house; and let there not fail from the house of Joab one that hath an issue, OR that is a leper, OR that leaneth on a staff, OR that falleth on the sword, OR that lacketh bread.”

1 Kings 18:10

“there is no nation OR kingdom, whither my lord hath not sent to seek thee.”

1 Kings 18:27

“And it came to pass at noon, that Elijah mocked them, and said, Cry aloud: for he is a god; either he is talking, OR he is pursuing, OR he is in a journey, or peradventure he sleepeth, and must be awaked.”

With a negative, the rendering “NOR” is equally correct and conclusive:

Exodus 20:17

“Thou shalt not covet thy neighbour’s house, thou shalt not covet thy neighbour’s wife, NOR his manservant, NOR his maidservant, NOR his ox, NOR his ass, NOR any thing that is thy neighbour’s.”

Deuteronomy 7:25

The graven images of their gods shall ye burn with fire: thou shalt not desire the silver OR gold that is on them, NOR take it unto thee, lest thou be snared therein: for it is an abomination to the LORD thy God.”

2 Samuel 1:21

“neither let there be rain, upon you, NOR fields of offerings”

Psalms 26:9

“Gather not my soul with sinners, NOR my life with bloody men:”

Proverbs 6:4

Give not sleep to thine eyes, NOR slumber to thine eyelids.”

Proverbs 30:3

“I neither learned wisdom, NOR have the knowledge of the holy.”

We are now in a position to read and understand the word of Jephthah’s vow, where we have the same word, or rather the letter which represents it, in Hebrew.

“Jephthah vowed a vow (i.e., made a solemn vow) unto Jehovah,” which he had a perfect right to do. Such a vow was provided for in the Law which prescribed exactly what was to be done in such cases; and even when the vow affected a person (as it did here) that person could be redeemed if it were so desired. See Lev. 27 where in verses 1-8 it affected “persons,” and verses 9-13 it affects “beasts”; and verses 14-15 a house.

It thus seems clear that Jephthah’s vow consisted of two parts; one alternative to the other. He would either dedicate it to Jehovah (according to Lev. 27), or, if unsuitable for this, he would offer it as a burnt offering.

It should be noted also that, when he said “whatsoever cometh forth of the doors of my house to meet me,” the word “whatsoever” is Masculine. But the issuer from his house was Feminine, and therefore could not come, properly, within the sphere of his vow certainly not according to the literal meaning of his words.

In any case, it should have been unlawful, and repugnant to Jehovah, to offer a human being to Him as a burnt-offering, for His acceptance.

Such offerings were common to heathen nations at that time, but it is noteworthy that Israel stands out among them with this great peculiarity, that human sacrifices were unknown in Israel.

It is recorded that Jephthah “did with her according to his vow which he had vowed, and she knew no man” (v. 39). What has this to do with a burnt offering, one way or the other? But it has everything to do with the former part of his vow, in dedicating her to Jehovah. This seems to be conclusive. It has nothing to do with a sacrificial death, but it has to do with a dedicated life. She was dedicated to a perpetual (συνεχή) virginity.

To what else can the “custom of Israel” refer (v. 39, 40) when “the daughters of Israel went yearly to lament the daughter of Jephthah the Gileadite, four day in a year” (v.40).

The word rendered “lament” occurs only in one other passage in the Hebrew Bible, and that happens to be in this very book. So that we could not possibly have a surer guide to its meaning.

The passage is in Judges 5:11, “There shall they rehearse the righteous acts of Jehovah.” It means to talk with others hence to rehearse together.

This being done annually, the friends of Jephthah’s daughter went to rehears with her, this continued virginity of her life, and not to mourn over the past fact of her death.

We may conclude from the whole tenor of scripture, as well as from Psalms 106: 35-38, Isaiah 57:5 etc., that human sacrifices were abomination in the sight of God; and we cannot imagine that God would accept, or that Jephthah would offer, human blood.

To uphold this idea is a libel on Jehovah as well as on Jephthah.

We can understand Voltaire and other infidels doing this, though they reason in a circle, and depend on the two cases of Isaac and Jephthah’s daughter (which we dispute) to support their contention. Their object is clear. But what are we to say of the “higher” critics, most of whose conclusions are to be found in some shape or another, in the writings of French and English Atheists and Deists of the last century? On the other hand, it is worthy of note to remark how the enemy of God’s word has used even innocent persons to perpetuate traditions which bring a slur (όνειδος) on Jehovah’s works and words.

Milton’s words combined with Haydn’s music (The Oratorio of “The Creation”) have riveted the tradition on the minds of all that God created “chaos,” whereas “all His works are perfect” in beauty and in order.

Milton’s words, again, combined with Handel’s music (the Oratorio of “Jephthah”) have perpetuated the tradition that an Israelite father offered his daughter as a burnt-offering to Jehovah.

It is too much to hope that these words of ours can do much to break the tether of tradition with regard to either of the above important subjects.

There is Rutualism to contend with on one hand, but there Ritualism on the other; and so deep are the ruts, that only the strongest faith (like the strongest axles) can get out of them with success.

We need something of Jephthah’s faith in the inspired records of God’s Word and works. He believed what Jehovah had caused to be written in “the book of the Law.” He had read and pondered over those records of Jehovah’s words and works, or he could not have spoken so strongly and so truly of what had been written for his learning.

May it be ours to have a like faith, so that when we have to contend with those who oppose us, we may not depend on our own arguments or our own wisdom, but quote God’s Word written, and use “the sword of the Spirit” – the God-breathed words which are so profitable to equip the man of God, and all who would speak for Him, when we meet with those who “resist the truth.”

Jephthah had heard, Jephthah had believed, and Jephthah was one of that group of overcomers who conquered through God.


Τα παραπάνω είναι ένα κεφάλαιο του βιβλίου του E. W. Bullinger : Great Cloud of Witnesses: A Series of Papers on Hebrews XI, σελ. 324-331.

Πόσο ιστορικά αξιόπιστη είναι η Βίβλος; / How historically reliable is the Bible?

Ιστορική αξιοπιστία της Βίβλου. 

  1. Αριθμοί 33:19-35. Το γεγονός ότι η λίστα είναι γνήσια φανερώνεται από τα περιστατικά που σχετίζονται με αυτή την περίοδο αντανακλούν πιστά τα φυσικά φαινόμενα της περιοχής στην οποία λέγεται ότι βρίσκονταν οι σταθμοί. Έτσι το βγάλσιμο νερού με χτύπημα στο βράχο αποκαλύπτει εξοικείωση με την ιδιότητα κατακράτησης νερού του ασβεστόλιθου του Σινά. Παρόμοια το σκάψιμο ρηχών πηγαδιών (Αριθ. 21:16ff) καταδεικνύει το γνωστό γεγονός των νερών του υπεδάφους σε διάφορα μέρη της χερσονήσου του Σινά και της νότιας Υπεριορδανίας. R. K. Harrison, Introduction to the Old Testament, σελ. 633.
  2. H στρατοπέδευση των φυλών σε μορφή ορθογώνιου με κενά γύρω από τη σκηνή της Μαρτυρίας (Αριθ. 2:2ff) τώρα είναι γνωστό ότι ήταν συνηθισμένος τρόπος στρατοπέδευσης την εποχή Amarna. The arrangement of the tribes by their standards in the form of a hollow rectangle around the Tabernacle (Num. 2:2ff.), long held by liberal critics to constitute an indication of the late date of the priestly material in the Pentateuch, is now known to have been a common deployment of encamped forces in the Amarna period. As Kitchen has remarked, it is significant in this connection to note that precisely the same strategic layout was utilized by Rameses II, the contemporary of Moses, in his Syrian campaign, when the large portable war-tent of the divine king was pitched in the center of a rectangular encampment of the army divisions. It is especially noteworthy that this important Egyptian comparison should have emerged from the very century in which Moses lived, for later on, in the first millennium B.C., such military encampments changed their shape, as indicated by the round form of deployment on Assyrian reliefs. Therefore it appears eminently, probable that the arrangement depicted in Numbers indicates that Moses was utilizing earlier Egyptian training in the military arts for the welfare of the infant Israelite nation. R. K. Harrison, Introduction to the Old Testament, σελ. 622, 623.
  3. Οι μακριές ασημένιες σάλπιγγες (Aιθ. 10:1ff).. 623 §1. Another matter which has a decided bearing upon the antiquity of the sources in Numbers relates to the use of long silver trumpets for convening a civil assembly as well as for religious and military purposes (Num. 10:1ff.). Such trumpets were in common use in Egypt during the Amarna Age, and some particularly elegant specimens that were interred with the pharaoh Tutankhamen (ca. 1350 B.C.) were recovered by Howard Carter in the twentieth century. R. K. Harrison, Introduction to the Old Testament, σελ. 623.
  4. Έξι άμαξες με βόδια. (Αριθ. 7:3) Equally ancient is the use of six wagons drawn by oxen for the service of the Tabernacle (Num. 7:3ff.). As Kuentz has shown, ox-drawn wagons were employed regularly on campaigns in Syria by the pharaohs from the time of Tuthmosis III (ca. 1470 B.C.) onwards for several centuries. It only remains to be observed that the wagons of Moses and the Israelites in Sinai, which were drawn generally by two yoked oxen, compare favorably with the ten wagons drawn by six spans of oxen that transported supplies for 8,000 quarrymen of Rameses IV (ca. 1160 B.C.) from the Nile valley into the desert areas of the Wadi Hammamat, between the Nile and the Red Sea, under conditions very similar to those obtaining in the Sinai peninsula. In these, as in so many other respects, a proper use of the available evidence serves to dispose of uninformed subjective criticisms of the genuineness of the narratives. R. K. Harrison, Introduction to the Old Testament, σελ. 623.
  5. Ιστορικότητα του Λευιτικό 7:32. Since the pagan neighbors of Israel also indulged in sacrificial rites, it is natural to expect certain points of contact in ritual and intent. Excavations at Lachish (Tell ed-Duweir) uncovered the remains of three Canaanite shrines, built between the fifteenth and thirteenth centuries B.C., near to which large quantities of animal bones were found in a pile of debris. On examination most of them were found to have come from the right foreleg of the animal, which corresponds to the prescriptions for Hebrew sacrifice in Leviticus 7:32 and attests to the antiquity of that passage. R. K. Harrison, Introduction to the Old Testament, σελ. 600.
  6. Έξοδος 8:26f, 10:9, 25f. Ημερολόγια εργασίας που ανήκουν στην περίοδο του Νέου Βασιλείου έχουν αποκαλύψει, μεταξύ άλλων λόγων απουσίας, την προσφορά θυσιών από εργάτες στους θεούς τους, και έχοντας υπόψη τη διαδεδομένη λατρεία ζώων στην περιοχή του ανατολικού Δέλτα δεν είναι στο ελάχιστο μη ρεαλιστικό να υποθέσουμε ότι οι Εβραίοι θα μπορούσαν να ζητήσουν, και θα ανέμεναν να λάβουν άδεια τριών ημερών από την εργασία ώστε να γιορτάσουν τη δικιά τους θρησκευτική εκδήλωση στην έρημο χωρίς ταυτοχρόνως να προκαλούν Αιγυπτιακό θρησκευτικό ανταγωνισμό. R. K. Harrison, Introduction to the Old Testament, σελ. 577.
  7. Επιστημονική ακρίβεια της Βίβλου. Σημερινά εισαγωγικά βιβλία περί λέπρας αναφέρονται στα αποσπάσματα του Λευιτικού που αφορούν στη διάγνωση και την πρόληψη της λέπρας. Αυτό το υλικό αποτελεί την πρώτη μορφοποίηση των κανόνων της καραντίνας και της προληπτικής ιατρικής όπως εφαρμόζονται στη λέπρα, η οποία σώθηκε από τον πολιτισμό της αρχαίας Εγγύς Ανατολής. R. K. Harrison, Introduction to the Old Testament, σελ. 610.
  8. Διαχωρισμός καθαρών ακάθαρτων ζώων. «Θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι τα καθαρά ζώα ήταν αποκλειστικά χορτοφάγα και ως τέτοια ήταν λιγότερο πιθανό να μεταδώσουν μόλυνση σε αντιδιαστολή με τα σαρκοφάγα, τα οποία τρέφονταν με σάρκα η οποία αποσυντίθεται γοργά σε συνθήκες ζεστού κλίματος». R. K. Harrison, Introduction to the Old Testament, σελ. 605.
  9. Ηθική και Πρακτική Καθαρότητα της Βίβλου. Σχέσεις γάμου (Λευιτικό 18:1-30) και αντιδιαστολή των με το τι συνέβαινε μεταξύ Αιγυπτίων, Χαναναίων και Χεταίων. That a strict attitude towards the marital union of near of kin was typical of the Mosaic legal code is indicated by the enactments of Leviticus 18: l-30. These prohibitions have a distinct bearing upon the marital customs of the day and age. They contrast sharply with the customs among the Egyptians—who never had any specific formulation of marriage laws and where questions of consanguinity were ignored in favor of the dictates of the matriarchate—among the Canaanites—where fornication, adultery, bestiality, and incest were accredited functions of the sexual life as depicted in the Ras Shamra tablets—and among the Hittites—where certain forms of bestiality were permitted (perhaps as the vestigial remains of an ancient animal cult), although incestuous relationships were prohibited. R. K. Harrison, Introduction to the Old Testament σελ. 610.

Πώς γνωρίζουμε ότι τα λόγια και η προσωπικότητα του Ιησού δεν είναι επινοημένα αλλά πραγματικά και αυθεντικά;

Υπάρχουν συνολικά 7 κριτήρια αξιολόγησης της αυθεντικότητας – αξιοπιστίας των λόγων και της προσωπικότητας του Ιησού Χριστού. Τα τρία κριτήρια είναι «αρνητικά» και τα τέσσερα «θετικά».

Αρνητικά κριτήρια

  • Τι είδους Μεσσία ανέμεναν οι Ιουδαίοι; Ανέμεναν έναν κοσμικό Βασιλιά, έναν Μεσσία–Επαναστάτη–Απελευθερωτή (δες π.χ. Oscar Cullman, The Christology of the New Testament, σελ. 115ff & Ψαλμοί Σολομώντα 17:21ff· Αποκάλυψη Έσδρα· Αποκάλυψη Βαρούχ).
  • Τι είδους ηθικές αντιλήψεις είχαν; Ακολουθούσαν την ηθική του Μωσαϊκού Νόμου (Οδόντα αντί οδόντος, δες π.χ. Λουκάς 9:54). Αντιθέτως, η ηθική του Ιησού υπερέβαινε και ανυψωνόταν πολύ πάνω από την ηθική του Μωσαϊκού Νόμου (Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη… ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν).
  • Τι είδους θρησκευτικές αντιλήψεις είχαν περί Βασιλείας; Ανέμεναν μια κοσμική Βασιλεία. Ο Ιησούς αντιθέτως δίδαξε: «Μετανοεῖτε, ἤγγικεν γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν», «Ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου».

Θετικά κριτήρια

  • Κριτήριο Αραμαϊκού υποβάθρου: Ταλιθά κούμι, Αββά (80 φορές ο Ιησούς προσφωνεί τον Θεό «Πατέρα» δηλ. Αββά στα ευαγγέλια, 1 φορά ο Παύλος), Ηλί ηλί λαμά σαβαχθανί, εφφαθά, κ.λπ.
  • Κριτήριο πολλαπλής μαρτυρίας: Τέσσερα Ευαγγέλια.
  • Κριτήριο ανομοιότητας: Η διδασκαλία του Ιησού (παραβολές, φρασεολογία) δεν επαναλαμβάνεται πουθενά αλλού στην Κ.Δ.
  • Κριτήριο συμφωνίας απάντων: Ευαγγέλια και Επιστολές συμφωνούν επί της διδασκαλίας του Ιησού. Σε αντιδιαστολή με δηλώσεις απόκρυφων Ευαγγελίων (π.χ. Ευαγγέλιο του Θωμά: «…γιατί κάθε γυναίκα που θα κάνει τον εαυτό της άντρα θα εισέλθει στη Βασιλεία των Ουρανών»).

Συμπέρασμα: Εάν η προσωπικότητα, τα λόγια και η διδασκαλία του Ιησού ήταν επινοημένα και όχι αυθεντικά, θα έπρεπε να συμφωνούν με τις επικρατούσες αντιλήψεις, πράγμα που δεν συμβαίνει.

Δημήτρης Τσινικόπουλος

Πόσο τυχαία είναι η ζωή;

  • Ένας τρόπος να αντιληφθείτε τις πιθανότητες να εμφανιστεί η ζωή τυχαία είναι ο εξής: Ήταν εξίσου πιθανό με το στρίψετε ένα κέρμα και να έρθει κορόνα τουλάχιστον 400 φορές σερί. Είναι δύσκολο να δεχτούμε ασυζητητί τόση τύχη ― δηλαδή ότι η ζωή είναι αποτέλεσμα μιας απλής σύμπτωσης ―, εκτός εάν η ύπαρξή μας οφείλεται σε κάποιο μηχανισμό μεγάλης «σκευωρίας».Paul Davies, Συμπαντικό τζακ-ποτ. Γιατί το σύμπαν είναι κομμένο και ραμμένο στα μέτρα μας;, σελ. 215.
  • The belief that life on earth arose spontaneously from nonliving matter, is simply a matter  of faith in strict reductionism and is based on ideology” (Hubert  Yockey, Information Theory and Molecular Biology. Cambridge, New York:  Cambridge University Press, 1992, page 284).

Υπάρχει περίπτωση όπου το ψέμα είναι δικαιολογημένο;

Διαβάστε το παρακάτω απόσπασμα και κάντε ο καθένας τις σκέψεις του.

Δεν αρνούμαι ότι κυκλοφορεί πολύ ψέμα στον κόσμο και ότι όλοι θα ήμασταν καλύτεροι αν υπήρχε περισσότερη φιλαλήθεια· αρνούμαι όμως, όπως πιστεύω κάθε λογικός άνθρωπος, ότι το ψέμα δεν είναι δικαιολογημένο σε καμία περίπτωση. Κάποτε σε έναν περίπατο στην εξοχή είδα μια αλεπού στα όρια της εξάντλησης που πάλευε ακόμη να τρέξει. Λίγα λεπτά αργότερα συνάντησα τους κυνηγούς. Με ρώτησαν αν είχα δει την αλεπού και απάντησα ναι. Τότε με ρώτησαν προς τα πού πήγε και τους είπα ψέματα. Δεν νομίζω ότι θα ήμουν καλύτερος άνθρωπος αν τους είχα πει την αλήθεια.

Bertrand Russel, Κείμενα για τη θρησκεία, σελ. 268.

Αποδόμηση της «Ανώτερης Κριτικής» της Παλαιάς Διαθήκης από τον Cyrus Gordon

Οι ανώτεροι κριτικοί και απαγορευμένος καρπός


Cyrus H. Gordon

Παρ’ ότι οι Βιβλικοί λόγιοι ζουν σε μια εποχή πρωτοφανούς αποκάλυψης, στέκονται στη σκιά της ανωτέρας κριτικής του 19ου αιώνα. Υπήρχε μια εποχή κατά την οποία ο χαρακτηρισμός «συντηρητικός» σήμαινε την απόρριψη αυτής της ανώτερης κριτικής, αλλά τώρα η συντηρητική διάνοια προσκολλάται στην ανώτερη κρι­τική παρ’ ότι η αρχαιολογία την έχει καταστήσει αστήρικτη. Οι συντηρητικοί κριτικοί μου, μερικοί εκ των οποίων βρίσκονται στις πανεπιστημιακές σχολές Προτεσταντικών, Καθολικών και Εβραϊκών σεμιναρίων, βρίσκουν λάθη όχι διότι τα γραπτά μου συγκρούονται με κάποια συγκεκριμένη δοξασία, αλλά διότι δεν είμαι προσκολλημένος στο JEDP: το σήμα κατατεθέν της διαθρησκευτικής ακαδημαϊκής υπόληψης.


Όλοι οι καθηγητές μου ήταν συντηρητικοί ανώτεροι κριτικοί με θετική εκτίμηση -και σε ορισμένες περιπτώσεις, με βαθύτατη γνώση – των αρχαιολογικών ανακαλύψεων που σχετίζονταν με τη Βίβλο. Εγώ εκπαιδεύτηκα ταυτόχρονα στην ανώτερη κριτική και στη βιβλική αρχαιολογία χωρίς να συνειδητοποιήσω στην αρχή ότι αυτές οι δύο οπτικές ήταν αλληλο-αποκλειόμενες. Με αυτό εννοώ ότι η δέσμευση σε οποιαδήποτε υποθετική δομή των πηγών όπως η JEDP είναι ασύμβατη με αυτό που εγώ θεωρώ ως τη μόνη βάσιμη θέση για έναν κριτικό λόγιο: το να πηγαίνει εκεί που τον οδηγούν οι αποδείξεις.

Όταν κάνω λόγο για «δέσμευση» στο JEDP, το εννοώ με τη βαθύτερη έννοια της λέξης. Έχω ακούσει καθηγητές της Παλαιάς Διαθήκης να αναφέρονται στην ακε­ραιότητα του JEDP ως «πιστεύω» τους. Είναι πρόθυμοι να επιτρέψουν τροποποιήσεις σε λεπτομέρειες. Σου επιτρέπουν να διαιρέσεις (D1, D2, D3 και ούτω καθεξής), να συν­δυάσεις (JE) ή να προσθέσεις ένα νέο έγγραφο που να προσδιορίζεται από κάποιο άλλο κεφαλαίο γράμμα· αλλά δεν πρόκειται να ανεχθούν οποιαδήποτε αμφισβήτηση της βα­σικής δομής JEDP. Αδυνατώ να ερμηνεύσω αυτού του είδους το «πιστεύω» σε οποια­δήποτε άλλη βάση πέραν της διανοητικής οκνηρίας ή της έλλειψης ικανότητας επανε­κτίμησης δεδομένων.

Το σημείο στροφής στη δική μου συλλογιστική ήρθε μετά από (και εν πολλοίς εξαιτίας) ένα τετραετές χάσμα στην ακαδημαϊκή μου καριέρα κατά τη διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. Επιστρέφοντας από το στρατό στη διδασκαλία, πρόσφερα ένα μάθημα περί του Έπους του Γιλγαμές. Στην εντεκάτη πινακίδα δεν μπορούσα παρά να παρατηρήσω ότι η Βαβυλωνιακή αφήγηση της κατασκευής της Κιβωτού περιείχε τις προδιαγραφές λεπτομερώς, όπως και η Εβραϊκή αφήγηση περί της Κιβωτού του Νώε. Ταυτόχρονα, θυμήθηκα ότι η περιγραφή της Γένεσης αποδίδεται στο χειρόγραφο Ρ της εποχής του 2ου Ναού, διότι γεγονότα και σχήματα που έχουν να κάνουν με την Κιβωτό είναι χαρακτηριστικά του υποτιθέμενου Ιερατικού συγγραφέα. Αυτό που συνειδητοποίησα ήταν ότι εάν η αφήγηση της Γένεσης περί Κιβωτού ανήκε στο χειρόγραφο Ρ για αυτούς τους λόγους, η αφήγηση του Έπους του Γιλγαμές περί Κιβωτού ανήκε στο χειρόγραφο Ρ για τους ίδιους λόγους – πράγμα που είναι παράλογο. Οι προ-Αβραμιαίες παραδόσεις της Γένεσης (όπως ο Κατακλυσμός) δεν είναι μεταγενέστερα προϊόντα του Ρ· είναι ουσιωδώς προ-Μωσαϊκά και δεν είναι εύκολο να ξεχωρίσεις έστω λεπτομέρειες οι οποίες είναι μεταγενέστερες. Αυτό έχει καταδειχτεί από Σουμερο-Ακκαδικές επιγραφές εδώ και πολύ καιρό· είναι πλέον ξεκάθαρο από τα Ουγκαριτικά κείμενα, όπου ολόκληρα λογοτεχνικά θέματα καθώς επίσης και συγκεκριμένες εκφράσεις βρίσκονται τώρα στην κατοχή μας σε προ-Μωσαϊκές επιγραφές, καθώς επίσης και στην κανονική μας Βίβλο. Έτσι, ο Ιεζεκιήλ (14:13-19) αναφέρεται σε έναν αρχαίο Δανιήλ: ένα μοντέλο αρετής ο οποίος αναδύθηκε μαζί με τους απογόνους του από μια μεγάλη καταστροφή. Τώρα έχουμε το Ουγκαριτικό Έπος αυτού του Δανιήλ σε επιγραφές που αντιγράφηκαν τον 14ο αιώνα π.Χ., όταν η ιστορία ήταν ήδη παλιά. Όπως πολλοί άλλοι ψαλμοί που αποδίδονται στον Δαυίδ, ο 68ος ψαλμός, ο οποίος είναι κάθε άλλο παρά μεταγενέστερος, είναι γεμάτος από προ-Δαϋιδικές εκφράσεις μερικές εκ των οποίων δεν κατανοούνταν καν πριν από την ανακάλυψη των Ουγκαριτικών ποιημάτων. Στο στίχο 7 (6) για παράδειγμα, το kosharot σημαίνει «ψαλμωδοί (σ.τ.μ. θηλυκό γένος) “songstresses” όπως στα Ουγκαριτικά, ώστε πρέπει να μεταφράσουμε «Βγάζει τους φυλακισμένους με ψαλμωδούς», εννοώντας ότι όταν ο Θεός μας σώζει, μας προσφέρει τόσο χαρά όσο και ανακούφιση. Ελευθερώνει τους φυλακισμένους φέρνοντας τους όχι σε έναν κρύο κόσμο αλλά σε έναν κόσμο χαρούμενου τραγουδιού. Οι Kosharot αποτελούσαν τόσο μέρος της κλασσικής Χαναανιτικής κληρονομιάς των Εβραίων, όσο αποτελούν οι Μούσες μέρος της κλασσικής Ελληνικής κληρονομιάς.

Η ερώτηση που κάνει τώρα ο βιβλικός λόγιος δεν είναι «Πόσο μετα-Μωσαϊκό (ή μετα-Αιχμαλωσιακό) είναι αυτό ή εκείνο;» αλλά μάλλον «Πόσο προ-Μωσαϊκό (ή προ-Αβραμικό);» Η έντονη επιθυμία να τεμαχιστεί η Βίβλος (και άλλα αρχαία γραπτά) σε πηγές οφείλεται συχνά στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι διαφορετικό στυλ σημαίνει διαφορετικό συγγραφέα.


Όταν το θέμα είναι το ίδιο, διαφορετικά στυλ συνήθως καταδεικνύουν διαφορετικό συγγραφέα. Αλλά ο οποιοσδήποτε συγγραφέας θα χρησιμοποιήσει διαφορετικά στυλ για διαφορετικά θέματα. Ένας δικηγόρος χρησιμοποιεί διαφορετικά στυλ όταν ετοιμάζει μια δικογραφία και όταν γράφει στη μητέρα του. Ένας ιερωμένος δεν χρησιμοποιεί το ίδιο στυλ όταν διενεργεί μια ευχαριστία και όταν μιλάει στα παιδιά του στο τραπέζι την ώρα του πρωινού. Κανένας γιατρός δεν γράφει με το στυλ της συνταγής εκτός από τη στιγμή που γράφει συνταγή. Παρόμοια, το τεχνικό στυλ της Γένεσης στην περιγραφή της Κιβωτού δεν αποτελεί περισσότερο ένδειξη διαφορετικού συγγραφέα σε σχέση με την περιβάλλουσα αφήγηση απ’ όσο αποτελεί το διαφορετικό στυλ ενός μηχανικού πλοίων όταν αυτός περιγράφει τα χαρακτηριστικά ενός πλοίου και όταν γράφει μια ερωτική επιστολή στην αρραβωνιαστικιά του.

Διάνοιες οι οποίες αδυνατούν να συλλάβουν ολότητες μπαίνουν στον πειρασμό να τεμαχίζουν το ολόκληρο σε μικρότερα κομμάτια. Το βιβλίο του Ιώβ, με όλες του τις δυσκολίες, είναι απείρως σπουδαιότερο απ’ ότι το σύνολο των κομματιών του αφότου οι κριτικοί το πετσόκοψαν σε κομμάτια. Η γραμματεία της αρχαίας Εγγύς Ανατολής καταδεικνύει ξεκάθαρα ότι το βιβλίο του Ιώβ όπως υπάρχει είναι μια συνειδητά δομημένη ενιαία σύνθεση. Το είδος της κριτικής που αποσπά τον πρόλογο και τον επίλογο που έχουν μορφή πρόζας από τους ποιητικούς διαλόγους στη βάση στιλιστικών διαφορών (δηλαδή ότι «πρόζα και ποίηση δεν αναμιγνύονται») αντιτίθεται στους κανόνες περί σύνθεσης της αρχαίας Εγγύς Ανατολής. Από πολλά διαθέσιμα παραδείγματα επιτρέψτε μας να ξεχωρίσουμε τον Κώδικα του Χαμουραμπί στον οποίο οι νόμοι που έχουν μορφή πρόζας πλαισιώνονται από έναν ποιητικό πρόλογο και επίλογο, προσδίδοντας στη σύνθεση αυτό που μπορεί να αποκληθεί μορφή ΑΒΑ. Αυτό σημαίνει ότι το κύριο σώμα της σύνθεσης πλαισιώνεται από γλώσσα διαφορετικού στυλ. Η δομή του Ιώβ («πρόζα-ποίηση-πρόζα») αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα αυτού του σχήματος ΑΒΑ. Επιπρόσθετα, η δομή του Δανιήλ («Εβραϊκά-Αραμαϊκά-Εβραϊκά») επίσης αντικατοπτρίζει αυτό το σχήμα ΑΒΑ, και το βιβλίο θα έπρεπε να κατανοηθεί ως ένα ολόκληρο, συνειδητά συντεθειμένο σύνολο.

Κανένα εχέφρων άτομο δε θα ήθελε να «θέσει εκτός νόμου» τη μελέτη των συνιστώντων μερών των βιβλικών (ή οποιονδήποτε άλλων) βιβλίων, αλλά μια λογική προσέγγιση της βιβλικής (ή και [sic] άλλης) γραμματείας απαιτεί να την εξετάσουμε με τους δικούς της όρους, και όχι να την εντάξουμε με τη βία σε ένα ξένο σύστημα.

Απ’ τα συνηθέστερα χαρακτηριστικά στη Βίβλο με βάση τα οποία γίνεται επίκληση διαφορετικού συγγραφέα είναι οι επαναλήψεις, με διαφοροποιήσεις. Αλλά τέτοιες επαναλήψεις είναι τυπικές της γραμματείας της αρχαίας Εγγύς Ανατολής: Βαβυλωνιακής, Ουγκαριτικής, ακόμη και Ελληνικής. Επιπρόσθετα, οι συνθήκες (;) [tastes] του Βιβλικού Κόσμου επέβαλαν επαναλήψεις. Ιωσήφ και αργότερα ο Φαραώ, ο καθένας τους είχε προφητικά όνειρα σε επανάληψη. Στο Ιωνάς 4, η στεναχώρια του Προφήτη περιγράφεται σε δύο στάδια, το καθένα εκ των οποίων συνοδεύεται από την ερώτηση του Θεού «Δικαιολογημένα άναψες από θυμό;» (εδ. 4,9). Θα επέμενε ο οποιοσδήποτε ότι αυτές οι επαναλήψεις πηγάζουν από διαφορετικές γραφίδες;

Ένα συγκεκριμένο είδος επανάληψης είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον λόγω του εξωβιβλικού παράλληλου υλικού που βρίσκεται στην κατοχή μας. Το Κριτές 4 δίνει την πρόζα και το Κριτές 5 δίνει την ποιητική αφήγηση της νίκης της Δεββώρας. Οι δύο αφηγήσεις μας φέρνουν αντιμέτωπους με διαφοροποιήσεις. Η συνήθης κριτική θέση είναι ότι η ποιητική έκδοση είναι αρχαία· η πρόζα μεταγενέστερη. Η υπόθεση ότι υπάρχει διαφορά ηλικίας ή προέλευσης μεταξύ των δύο αφηγήσεων στη βάση στιλιστικών διαφορών είναι απατηλή. Ιστορικά γεγονότα στην Αίγυπτο ορισμένες φορές καταγράφονταν ταυτόχρονα σε μορφή πρόζας και σε ποιητική μορφή, με τις μεγάλες διαφορές που πρέπουν στα δύο φιλολογικά μέσα. (Ορισμένες φορές οι Αιγύπτιου προσέθεταν μια τρίτη εκδοχή – σε εικόνες.) Όταν προσεγγίζουμε ζητήματα όπως η χρονολόγηση και η συγγραφική πατρότητα του Κριτές 4 και 5, είναι συναφέστερο το να κρατούμε υπόψιν τις χρήσεις του Βιβλικού Κόσμου παρά το να ακολουθούμε στα χνάρια σύγχρονων αναλυτικών λογίων οι οποίοι οικοδομούν λογικά αλλά μη ρεαλιστικά συστήματα.


Ένας από τους εύθραυστους ακρογωνιαίους λίθους της υπόθεσης περί του JEDP είναι η αντίληψη ότι η αναφορά της λέξης «Ιεχωβά» (στην πραγματικότητα «Γιαχβέ») συνιστά χαρακτηριστικό δείγμα ενός J χειρογράφου, ενώ η λέξη «Ελοχίμ» συνιστά χαρακτηριστικό δείγμα ενός Ε χειρογράφου. Ο συνδυασμός J και Ε πηγών υποτίθεται ότι ερμηνεύει το σύνθετο όνομα Γιαχβέ-Ελοχίμ. Όλο αυτό είναι αξιοθαύμαστα λογικό και για χρόνια δεν το αμφισβήτησα ποτέ. Αλλά οι σπουδές μου στην Ουγκαριτική γραμματεία κατέστρεψαν αυτού του είδους την λογίκευση με σχετικά δεδομένα. Στην Ουγκαρίτ οι θεότητες συχνά έχουν σύνθετες ονομασίες. Μια θεότητα λέγεται Qadish-Amrar· μια άλλη Ibb-Nikkal. Συνήθως μεταξύ των συνθετικών τοποθετείται το «και» (Qadish-και-Amrar, Nikkal-και-Ibb, Koshar-και-Hasis, κλπ.), αλλά ο σύνδεσμος μπορεί να παραληφθεί. Αυτό το φαινόμενο θα πρέπει να το αναγνωρίσουν όχι μόνο βιβλικοί αλλά και κλασικοί λόγιοι. Στον Προμηθέα Δεσμώτη, Κράτος και Βία είναι ένας τέτοιος συνδυασμός. Εάν είναι απαραίτητες επιπρόσθετες αποδείξεις, ο Ηρόδοτος μας τις προμηθεύει στην ιστορία του (8:111), όπου αφηγήται ότι ο Θεμιστοκλής προσπάθησε να αποσπάσει χρήματα από τους Άνδριους λέγοντάς τους ότι ήρθε έρθει έχοντας μαζί του δύο θεές, την «Πειθώ και την Ανάγκη». Οι Άνδριοι αρνήθηκαν να πληρώσουν, και ο τρόπος τους να του πουν ότι «δεν μπορείς να βγάλεις αίμα από ένα γογγύλη» ήταν ότι οι θεές τους ήταν δυστυχώς «η Πενία και η Αδυναμία». Συνεπώς, η συγχώνευση δύο ονομάτων σε ένα ώστε να χαρακτηριστεί μια θεότητα ήταν μια ευρέως διαδεδομένη πρακτική. Ο πιο φημισμένος είναι πιθανών ο Αμών-Ρα ο οποίος έγινε μια σπουδαία παγκόσμια θεότητα ως αποτέλεσμα των κατακτήσεων της Αιγύπτου κατά την 18η δυναστεία. Ο Αμών ήταν ο θεός – με όψη κριαριού – της πρωτεύουσας, των Θηβών. Ρα ήταν ήταν ο αρχαίος παγκόσμιος θεός Ήλιος. Η συγχώνευση της θρησκευτικής παγκοσμιότητας του Ρα με την πολιτική ηγεσία των Θηβών του Αμών αποτελεί το θεμέλιο του ονόματος «Αμών-Ρα». Αλλά ο Αμών-Ρα είναι μία οντότητα. Οι λόγιοι μπορούν να κάνουν πολλά όσον αφορά στην ερμηνεία της σύνθεσης στοιχείων στο Γιαχβέ-Ελοχίμ. Το Γιαχβέ ήταν ένα συγκεκριμένο θεϊκό όνομα, ενώ το Ελοχίμ σήμαινε «Θεότητα» με έναν γενικότερο τρόπο. Ο συνδυασμός Γιαχβέ-Ελοχίμ θα πρέπει πιθανώς να ερμηνευτεί ως «Γιαχβέ=Ελοχίμ», το οποίο μπορούμε να παραφράσουμε ως «Γιαχβέ ο Θεός». Αλλά όταν μας λένε ότι το Γιαχβέ-Ελοχίμ είναι αποτέλεσμα συνδυασμού εγγράφων, μπορούμε να το δεχτούμε τόσο όσο μπορούμε να δεχτούμε ότι ο Αμών-Ρα είναι αποτέλεσμα του συνδυασμού ενός εγγράφου «Α» με ένα έγγραφο «Ρ».


Παλαιότερα έγγραφα όντως αποτελούν το θεμέλιο πολλών τμημάτων της Παλαιάς Διαθήκης. Το βιβλίο των Παροιμιών το οποίο κατέχουμε αποτελείται από συλλογές που χαρακτηρίζονται ως «Παροιμίες του Σολομώντα, γιου του Δαβίδ» (1:1), «Παροιμίες του Σολομώντα» (10:1), «Και αυτά τα λόγια επίσης είναι των σοφών» (24:23), «Και αυτές επίσης είναι παροιμίες του Σολομώντα τις οποίες μετέγραψαν οι άνθρωποι του Εζεκία» (25:1), «Τα λόγια του Αγούρ» (30:1), και «Τα λόγια του Λεμουήλ του βασιλιά, τα οποία του δίδαξε η μητέρα του» (31:1). Οι μεμονωμένοι ψαλμοί πρέπει να υπήρχαν πριν να συντεθεί το κανονικό βιβλίο των 150 Ψαλμών το οποίο βρίσκεται στην κατοχή μας. Πολλοί από τους Ψαλμούς φέρουν τίτλους οι οποίοι τους αποδίδουν σε συγκεκριμένους συγγραφείς. Άλλα όμως βιβλία της Βίβλου δεν έχουν τίτλους. Ο ρόλος της Ρουθ ξεκινά με τα λόγια «Τις ημέρες στις οποίες έκριναν οι κριτές»· το Λευιτικό αρχίζει με τα λόγια «Και ο Ιεχωβά κάλεσε τον Μωυσή» και ούτω καθεξής. Εφόσον ορισμένα βιβλία της Βίβλου αποτελούν συλλογές (όπως οι Παροιμίες και οι Ψαλμοί) και εφόσον οι τίτλοι συχνά παραλείπονταν όπως στη Ρουθ και στο Λευιτικό), συμπεραίνεται ότι ορισμένα βιβλία της Βίβλου μπορεί να είναι συλλογές αρχαιότερων πηγών μη προσδιορισμένων από τίτλους.

Εάν οι JDEP είναι επίπλαστες πηγές της Πεντατεύχου, υπάρχουν καθόλου πραγματικές; ναι, και μια από αυτές τυχαίνει να είναι το βιβλίο των Πολέμων του Ιεχωβά το οποίο αναφέρεται στο Αριθμοί 21:14. μια άλλη αρχαία πηγή που χρησιμοποιείται τόσο από τον Ιησού του Ναυή όσο και από τον Σαμουήλ είναι το βιβλίο του Ιασήρ, το οποίο παρατίθεται στο Ιησούς του Ναυή 10:13 και ΙΙ Σαμουήλ 1:18 και εντεύθεν. Η δεύτερη από αυτές τις παραθέσεις είναι ο όμορφος θρήνος του Δαυίδ για το Σαούλ και τον Ιωανάθαν, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε για να διδάξει στα στρατεύματα του Ιούδα ηρωισμό και ικανότητα στην τέχνη του πολέμου (σημειώστε, για να διδάξει τους γιους του Ιούδα το τόξο – εδ. 18). είναι σχεδόν βέβαιο ότι το βιβλίο του Ιασήρ ήταν ένα εθνικό έπος, το οποίο υπενθύμιζε την ηρωική πορεία της Εβραϊκής ιστορίας τουλάχιστον από την εποχή της κατάκτησης υπό τον Ιησού του Ναυή έως την ίδρυση της Δαυιδικής δυναστείας. Όπως άλλα εθνικά έπη, περιλαμβανομένης της Ιλιάδας και το Shah-nameh, το βιβλίο του Ιασήρ χρησιμοποιούνταν για να εμπνεύσει τους πολεμιστές να ζήσουν, και εάν ήταν απαραίτητο να πεθάνουν, όπως οι ένδοξοι προπάτορές τους. Εάν ολόκληρο το βιβλίο του Ιασήρ χαρακτηριζόταν από την υψηλή ποιότητα που απηχείται στο θρήνο του Δαυίδ, μπορούμε μόνο να ελπίζουμε ότι μελλοντικές ανακαλύψεις θα μας το αποκαλύψουν. Θα μπορούσε να ανταγωνιστεί επιτυχώς το Ομηρικό έπος ως αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Τα βιβλία των Βασιλέων αντλούν από προγενέστερα έγγραφα, όπως «το βιβλίο των υποθέσεων του Σολομώντα» (Ι Βασ. 11:4)· και «το βιβλίο των υποθέσεων των καιρών των βασιλιάδων του Ιούδα» και «το βιβλίο των υποθέσεων των καιρών των βασιλιάδων του Ισραήλ». Τα κανονικά βιβλία των Χρονικών παραθέτουν πληθώρα πηγών ονομαστικά. Ωρίμασε ο καιρός για μια νέα εξέταση τέτοιων γνήσιων πηγών των Γραφών, ιδιαιτέρως στο πλαίσιο των Ρόλων της Νεκράς Θαλλάσης.


Ούτε καν δύο ανώτεροι κριτικοί δεν φαίνεται να συμφωνούν μεταξύ τους στο που αρχίζουν ή τελειώνουν τα J, E, D ή Ρ. Η απόπειρα να εκφραστούν αυτά τα ζητήματα επακριβώς στην Πολύχρωμη Βίβλο επέφερε ανυποληψία στη χρήση των χρωμάτων αλλά όχι στη συνέχιση λιγότερο ακριβών (σ.τ.μ. πληθ. του «ακριβής») ρηματικών σχηματισμών. Η «ιστορία» του Ισραήλ εξακολουθεί να γράφεται στη βάση του ότι μπορούμε το το κάνουμε αυτό επιστημονικά σύμφωνα με υποθετικά έγγραφα στα οποία αποδίδονται ατάραχα ακριβείς ημερομηνίες. Ενώ οι περισσότεροι κριτικοί τοποθετούν το χειρόγραφο Ρ τελευταίο χρονολογικά, ορισμένοι από τους πιο καταρτισμένους τώρα υποστηρίζουν ότι το Ρ είναι προγενέστερο, προηγούμενο χρονολογικά οπωσδήποτε του D. Οποιοδήποτε σύστημα (είτε το Ρ είναι προγενέστερο είτε μεταγενέστερο του D σε ένα τέτοιο σύστημα δεν έχει καμία σημασία) μας αποτρέπει από το να πάμε εκεί όπου οδηγούν τα δεδομένα δεν κάνει για μένα. Προτιμώ να αντιμετωπίσω το μεγάλο σύνολο αυθεντικού υλικού από το Βιβλικό Κόσμο και να μείνω απαρακώλυτος από ένα υποθετικό σύστημα.

Μπορεί κάλλιστα να προσδιορίζονται ορισμένες πηγές στη Βίβλο αλλά να μην αναγνωρίζονται γενικά ως τέτοιες. Ακριβώς όπως μια παλαιότερη ιστορία περί Κατακλυσμού είναι ενσωματωμένη στο Έπος του Γιλγαμές, κάποια άλλη παλαιότερη εκδοχή-αφήγηση περί Κατακλυσμού παρατίθεται, πιστεύω, στη Γένεση. Η Εβραϊκή λέξη toledoth (κυριολεκτικά «γενιές») μπορεί να προσδιορίζει μια «αφήγηση» ή μια «ιστορία». Στο Γένεσης 6:9 «Αυτή είναι η ιστορία του Νώε» (κυριολεκτικά, «γενιές του Νώε) μπορεί κάλλιστα να μετέδιδε σε έναν αρχαίο Εβραίο αυτό που μεταδίδει σε μας ένας τίτλος. Η αφήγηση περί της φύσης στο Γένεσης 2:4 και εντεύθεν προλογίζεται από το «Αυτή είναι η ιστορία του Κόσμου» (κυριολεκτικά, «οι γενιές του ουρανού και της γης») και πιθανότατα μπορεί να προοριζόταν ως τίτλος που προσδιόριζε μια βιβλική πηγή.

Ας κρατούμε τα μάτια μας ανοιχτά και τις διάνοιές μας σε εγρήγορση. Ας κάνουμε παρατηρήσεις και ας τις ελέγχουμε βάσει των διαθέσιμων δεδομένων. Αλλά ας μην ανεγείρουμε τεράστια οικοδομήματα σε κινούμενη άμμο.

Οι ανασκαφές στην Ουγκαρίτ έχουν αποκαλύψει έναν υψηλό υλικό και λογοτεχνικό πολιτισμό στη Χαναάν πριν από την ανάδυση των Εβραίων. Η πρόζα και η ποίηση ήταν ήδη πλήρως αναπτυγμένες. Το εκπαιδευτικό σύστημα ήταν τόσο αναπτυγμένο ώστε συνέθεταν λεξικά σε τέσσερις γλώσσες για την χρήση των γραφέων, και οι λέξεις ήταν γραμμένες σε Ουγκαριτικά, Βαβυλωνιακά, Σουμεριακά και Χουρικά (Hurrian) αντίστοιχα. Οι απαρχές του Ισραήλ βρίσκονται ριζωμένες σε μια προηγμένη πολιτισμικά Χαναάν όπου η συνεισφορά αρκετών ταλαντούχων ανθρώπων (συμπεριλαμβανομένων των κατοίκων της Μεσοποταμίας, των Αιγυπτίων, και φυλών των Ινδοευρωπαίων) είχε συγκλίνει και αναμιχθεί. Η αντίληψη ότι η αρχική Ισραηλιτική θρησκεία και κοινωνία ήταν πρωτόγονη είναι εντελώς εσφαλμένη. Η Χαναάν την εποχή των Πατριαρχών ήταν το κέντρο σπουδαίων διεθνών πολιτισμών. Η Βίβλος, καταγόμενη από μια τέτοια εποχή και τοποθεσία, δεν μπορεί να στερείται πηγών. Αλλά ας τις μελετήσουμε αντιμετωπίζοντας τη Βίβλο με τους δικούς της όρους και στα πλαίσια του δικού της αυθεντικού υποβάθρου.

Ποια είναι η προέλευση του Αγίου Φωτός;

Πώς ανάβει το Άγιο Φως το μεγάλο Σάββατο; Υπάρχει κάποια θαυματουργική παρέμβαση όπως πιστεύουν πολλοί χριστιανοί;

Σύμφωνα με την βικιπαιδεία: Αν και η πιο συνηθισμένη αναφορά για το “Άγιο Φως” περιλαμβάνει την αυτανάφλεξη των κεριών, εντούτοις, σύμφωνα με μαρτυρίες πιστών, το Άγιο Φως είναι ένα σύνθετο φαινόμενο το οποίο εμφανίζεται στο θόλο εντός του Ναού της Αναστάσεως αλλά και κατ΄ άλλους έξω από αυτόν. Εμφανίζεται σαν λευκογάλανες οριζόντιες ταινιώδεις αστραπές, περιστρεφόμενες ανταύγειες ή κινούμενες φλόγες που κανείς δεν γνωρίζει από που προέρχονται. Στον Ναό δεν υπάρχει ηλεκτρικό ρεύμα και ηλεκτροφωτισμός. Μαρτυρίες αναφέρουν ότι πολλές λαμπάδες των πιστών και κανδήλες ανάβουν μόνες τους, ενώ η φλόγα δεν τους καίει τα πρώτα λεπτά.

Ο καθηγητής Κωνσταντίνος Καλοκύρης ερεύνησε διεξοδικά το ζήτημα και μπορείτε να δείτε να συμπεράσματά του εάν κλικάρετε εδω.